ΚΟΣΜΟΣ

Η Αμερική των ’40s με τον φακό του Στάνλει Κιούμπρικ

kioubrik
kiob2
aik

Απρίλιος του 1945. ΗΠΑ. Ενας εφημεριδοπώλης κοιτάζει θλιμμένος το πρωτοσέλιδο: «Ο Ρούσβελτ είναι νεκρός». Ο 16χρονος τότε Στάνλεϊ Κιούμπρικ με μια Graflex, που του χάρισε στα 13α γενέθλιά του ο πατέρας του, απαθανατίζει τη στιγμή. Η εικόνα, όπως γράφτηκε αργότερα, αποτυπώνει ταυτόχρονα το θρήνο ενός έθνους αλλά και το φόβο για το μέλλον. Ο νεαρός Στάνλεϊ απευθύνεται στις εφημερίδες και στα περιοδικά. Τελικά το περιοδικό Look αγοράζει τη φωτογραφία έναντι 25 δολαρίων και τη δημοσιεύει. Αυτή ήταν η αρχή μιας σύντομης -έως το 1951 οπότε αφιερώνεται στον κινηματογράφο- καριέρας φωτογράφου.

Από το 1946 ο Στάνλεϊ προσλαμβάνεται ως έμμισθος στο 15ήμερο περιοδικό με κυκλοφορία περίπου 3 εκατ. τεύχη και αναλαμβάνει μια σειρά από θέματα. Ηταν τότε μόλις 18 ετών και συζούσε με την αγαπημένη και αργότερα σύζυγό του Τόμπα Μετς στο Γκρίνουιτς Βίλατζ. Λέγεται μάλιστα ότι πολλές από τις 27.000 φωτογραφίες εκείνης της περιόδου (από τις οποίες εκδόθηκαν οι 1.000) τις είχε τραβήξει με τη μηχανή κρυμμένη σε μια τρύπια χαρτοσακούλα. Τα χρόνια της θητείας του στο Look τον βοήθησαν να τελειοποιήσει το πάθος του να δημιουργεί οπτικοποιημένες ιστορίες και να γίνει ο σκηνοθέτης των μεγάλων επιτυχιών. Φωτογραφίζει στο μετρό, σε τσίρκο, σε πανεπιστήμια, παρακολουθεί ανερχόμενα αστέρια, έναν λουστράκο της Νέας Υόρκης, ένα ζευγάρι σε διακοπές στην Πορτογαλία, τζαζ μουσικούς, σχεδόν τους πάντες.

Οπως αναφέρεται στο εισαγωγικό κείμενο της έκθεσης «Μάτια ορθάνοιχτα (eyes wide open), o Στάνλεϊ Κιούμπρικ ως φωτογράφος» που πραγματοποιείται στο Μουσείο Τέχνης και Γκαλερί Kunstforum της Βιέννης, «στο επίκεντρο των φωτογραφικών θεμάτων του -και αργότερα των ταινιών του- βρίσκεται συνήθως μια παράξενη και συχνά μοναχική ανθρώπινη ιστορία… Σύμφωνα με το μότο του «Τo πραγματικό είναι καλό. Το ενδιαφέρον είναι καλύτερο», κάθε φωτογραφική ενότητα δημιουργεί το δικό της εντελώς σύμπαν, μια σύνθεση μεγάλης ακρίβειας με σκηνοθετημένη αφήγηση».

Από τον Γκρατσιάνο στην «ντεμπιτάντ» 

Το 1950 αναλαμβάνει να φωτογραφίσει τον διάσημο ιταλικής καταγωγής Αμερικανό πυγμάχο Ρόκι Γκρατσιάνο. Η ιδέα είναι να καταγράψει την καθημερινότητα ενός αθλητή πριν από αγώνα. Παρακολουθούμε το «βράχο» να ταΐζει την κόρη του λίγο πριν μεταμορφωθεί στο ρινγκ σε σκληρό αθλητή. Μια λεπτομέρεια: Ο Γκρατσιάνο σκοτώθηκε το 1990 σε αεροπορικό δυστύχημα καθώς βιαζόταν να προλάβει τα γενέθλια της κόρης του.

Στο θέμα-πορτρέτο της Μπέτσι φον Φίρστενμπεργκ, μιας 19χρονης νεαρής της υψηλής κοινωνίας που μόλις έχει συμμετάσχει  στην πρώτη της παράσταση στο Μπρόντγουεϊ, ο Κιούμπρικ αποκαλύπτει μια κοπέλα που, παρά το νεαρόν της ηλικίας της, έχει τον απόλυτο έλεγχο της ζωής της. Αυτό αποπνέει καθώς την βλέπουμε καθισμένη στο περβάζι του παραθύρου να διαβάζει το σενάριο, να χορεύει σε κάποιο πάρτι, να δοκιμάζει κοσμήματα. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι και το ρεπορτάζ και τα πορτρέτα του ανερχόμενου τότε (1949) 17χρονου Μοντγκόμερι Κλιφτ.

Με το πανεπιστήμιο Κολούμπια ο Κιούμπρικ καταπιάστηκε το 1948, όταν ανέλαβε την προεδρία του ο μετέπειτα πρόεδρος των ΗΠΑ Αϊζενχάουερ. Χρειάστηκαν περίπου δύο εβδομάδες για την ολοκλήρωση του θέματος. Ο φωτογράφος αποτυπώνει τα εργαστήρια της φυσικής, επιστημονικές ομάδες, όργανα πειραμάτων αλλά και μαζικές εικόνες φοιτητών. Εξαιρετική είναι η φωτογραφία που απεικονίζει μια νέα γυναίκα φορτωμένη με «βουνά γνώσης», δεκάδες βιβλία.

Με μοναδικό τρόπο αποτυπώνονται και τα παιδικά πρόσωπα τόσο στην «ιστορία ενός λούστρου» του 1947, που αφηγείται τη ζωή του 12χρονου Μίκι που γυαλίζει παπούτσια στους δρόμους της Νέας Υόρκης, όσο και στο «μεγαλύτερο θέαμα στον κόσμο – ένα οικογενειακό τσίρκο» (1948) και στο «Mooseheart, η πόλη των παιδιών».
Οπως έγραψαν και οι κριτικές, «οι φωτογραφίες του είναι ο παλιός Κιούμπρικ: μείγμα σύνθεσης, δράματος, φωτός και μυστηρίου».