ΚΟΣΜΟΣ

Δοκιμάζουν τις αντοχές του Πούτιν

15s13rus

«Φοβού τους Ρώσους και δώρα φέροντας». Κάπως έτσι θα μπορούσαν να συνοψισθούν οι ακραία απορριπτικές αντιδράσεις του Κιέβου και της Δύσης στην προσφορά ρωσικής ανθρωπιστικής βοήθειας προς τους ρωσόφωνους της Ανατολικής Ουκρανίας που πολιορκούνται από τον ουκρανικό στρατό. Η έντονη απροθυμία του Κιέβου να επιτρέψει τη διέλευση της εντυπωσιακής αυτοκινητοπομπής –280 νταλίκες, φορτωμένες με 2.000 τόνους ανθρωπιστικής βοήθειας– από τα ουκρανικά σύνορα ανέβασε και πάλι την ένταση στο κατακόρυφο, επαναφέροντας τα σενάρια ρωσικής στρατιωτικής επέμβασης.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι πολιορκούμενες περιοχές –και ιδίως οι πόλεις Ντονέτσκ και Λουγκάνσκ, με πληθυσμό ένα εκατομμύριο και 500.000 κατοίκους αντίστοιχα– αντιμετωπίζουν σοβαρή ανθρωπιστική κρίση. Για τους εγκλωβισμένους αμάχους της περιοχής, το πόσιμο νερό, οι ηλεκτρικές γεννήτριες, τα φάρμακα και τα τρόφιμα που μετέφερε η ρωσική αυτοκινητοπομπή θα αποτελούσαν αισθητή ανακούφιση.

Η ουκρανική κυβέρνηση στήριξε τις ενστάσεις της στην υποψία πως η ανθρωπιστική βοήθεια δεν ήταν παρά Δούρειος Ιππος του Βλαντιμίρ Πούτιν. Οτι, με απλά λόγια, θα έκρυβε μέσα στην τεράστια αυτοκινητοπομπή όπλα και στρατιώτες, οι οποίοι στη συνέχεια θα εγκαθίσταντο στις πολιορκημένες πόλεις δημιουργώντας νέα, ευνοϊκότερα για τους φιλορώσους τετελεσμένα στον ουκρανικό εμφύλιο. Δύσκολο να το πιστέψει κανείς. Αλλωστε, η Μόσχα είχε δεχθεί εκ των προτέρων να γίνει έλεγχος της αυτοκινητοπομπής από τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό προτού περάσουν τα σύνορα οι 280 νταλίκες, οι οποίες ήταν βαμμένες σε απαστράπτον λευκό χρώμα, τονίζοντας τον ειρηνικό χαρακτήρα της αποστολής.

Μπορεί να εικάσει κανείς ότι άλλοι ήταν οι λόγοι για την αρνητική στάση της ουκρανικής κυβέρνησης και των ξένων συμβούλων της. Πρώτα απ’ όλα, το γεγονός ότι η διανομή της ανθρωπιστικής βοήθειας, έστω υπό την εποπτεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, προϋποθέτει κατάπαυση του πυρός, κάτι που θα προσφέρει πολύτιμο χρόνο για την ανασύνταξη των πολιορκημένων αυτονομιστών. Επειτα, η είσοδος μιας κατάλευκης αυτοκινητοπομπής με ρωσικές σημαίες στα αστικά κέντρα της Ανατολικής Ουκρανίας, υπό τις επευφημίες χιλιάδων συγκεντρωμένων ρωσόφωνων, θα αποτελούσε τεράστια επικοινωνιακή επιτυχία της Ρωσίας στην προσπάθειά της να διεκδικήσει τον ρόλο του «ειρηνοποιού» στον ουκρανικό εμφύλιο.

Κάτι τέτοιο, βέβαια, είναι το τελευταίο πράγμα που θα ήθελαν να δουν ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Πέτρο Ποροσένκο, και οι Δυτικοί σύμμαχοί του. Από τις αρχές του περασμένου μήνα, όταν ο ουκρανικός στρατός ανακατέλαβε το προπύργιο των αυτονομιστών Σλαβιάνσνκ και άρχισε να σφίγγει τον κλοιό γύρω από τους εξεγερμένους, οι φόβοι για ρωσική στρατιωτική επέμβαση υπό το κάλυμμα της «ειρηνευτικής δύναμης» δεν έπαψαν να ενισχύονται. Την εβδομάδα που πέρασε, το ΝΑΤΟ κατήγγειλε ότι 25.000 Ρώσοι στρατιώτες έχουν συγκεντρωθεί εκ νέου κοντά στα ουκρανικά σύνορα, ενώ το Κίεβο ανέβασε τον αριθμό αυτό σε 40.000.

Μέχρι στιγμής, ο Βλαντιμίρ Πούτιν φαίνεται ότι εννοεί να πράξει το παν για να αποφύγει την ανοιχτή επέμβαση. Πιθανότατα εκτιμά πως είναι οι ΗΠΑ που τον σπρώχνουν σ’ αυτό τον δρόμο, ώστε να επιβάλουν στη συνέχεια συντριπτικές κυρώσεις που θα βγάλουν τη Ρωσία έξω από το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και κυρίως θα σπάσουν τη γέφυρα ενεργειακής και οικονομικής συνεργασίας Μόσχας – Βερολίνου. (Πάντως, η Αγκελα Μέρκελ διεμήνυσε ότι είναι αποφασισμένη να διατηρήσει ανοιχτούς όλους τους διαύλους συνεργασίας με τη Ρωσία, σε πείσμα των διαφορών.)

Ωστόσο τα περιθώρια διαλλακτικότητας της ρωσικής ηγεσίας δεν είναι απεριόριστα. Ενδεχόμενη άλωση του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ από τον ουκρανικό στρατό μέσα από ένα λουτρό αίματος σε βάρος των ρωσόφωνων, χωρίς καμία αντίδραση από το Κρεμλίνο, θα αποτελούσε μεγάλο πλήγμα για το ρωσικό γόητρο και προσωπικά για τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Το αμέσως προσεχές διάστημα θα δείξει αν βρισκόμαστε στα πρόθυρα ενός τελικού συμβιβασμού ή μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.