ΚΟΣΜΟΣ

Χωρίς φαγητό, δουλειά ή νόημα, η ζωή στην πόλη Κομουνάρ

choris-fagito-doyleia-i-noima-i-zoi-stin-poli-komoynar-2067392

Η ζωή στο Κομουνάρ της Ανατ. Ουκρανίας ουδέποτε ήταν εύκολη. Το τελευταίο που χρειαζόταν αυτή η εξαθλιωμένη πόλη ανθρακωρύχων ήταν ο πόλεμος. Η σύγκρουση που έπληξε το Κομουνάρ τους τελευταίους μήνες επέτεινε τα υπάρχοντα κοινωνικά δεινά, με αποτέλεσμα μια βραχυπρόθεσμη ανθρωπιστική κρίση και ένα μακροπρόθεσμο πρόβλημα για τον τρόπο επανενσωμάτωσης της περιοχής μετά τα βάσανα του πολέμου. Με ελάχιστα χρήματα, φαγητό και φάρμακα, οι κάτοικοι της πόλης ζουν μια δυστυχισμένη ζωή και οι περισσότεροι κατηγορούν το Κίεβο για την ανέχειά τους. Καθώς η Αγκελα Μέρκελ και ο Φρ. Ολάντ επιχειρούσαν την τελευταία προσπάθεια για τερματισμό των εχθροπραξιών, η κατάσταση εδώ δείχνει πόσο δύσκολη θα είναι η εξεύρεση μιας βιώσιμης λύσης. Ποιος θα χρηματοδοτήσει την αναζωογόνηση των εγκαταλελειμμένων περιοχών και πώς θα κατευναστούν η οργή και το μίσος, που έχει πυροδοτήσει η σύγκρουση;

Αν και είναι σαφές ότι χωρίς όπλα, χρήματα και τηλεοπτική προπαγάνδα από τη Ρωσία, η σύγκρουση δεν θα εξελισσόταν σε πόλεμο, η κατάσταση στο Ντονμπάς έχει αρχίσει να «βοσνιοποιείται». Ενα βίντεο που δημοσιοποιήθηκε την επομένη της μάχης για τον έλεγχο του αεροδρομίου του Ντονέτσκ δείχνει τον «τζίβι», ένα διοικητή των φιλορώσων ανταρτών, να ρίχνει Ουκρανούς φυλακισμένους στη λάσπη, να τους χτυπάει στο πρόσωπο και να τους απειλεί με μαχαίρι. Στη συνέχεια κόβει τα διακριτικά από τις στολές τους και τους αναγκάζει να φάνε τα κομμάτια ύφασμα.

Στην ουκρανική πλευρά, η συμπεριφορά απέναντι σε όσους αποδείχθηκαν απρόθυμοι ή αδύναμοι να εγκαταλείψουν τις εστίες τους στη ζώνη, που ελέγχεται από τους αντάρτες, έχει σκληρύνει με ένα νέο σύστημα έκδοσης ειδικής άδειας για τη διέλευση μεταξύ των μετώπων. Διάχυτη είναι η προσπάθεια να δυσκολευτεί όσο το δυνατόν περισσότερο η ζωή εκείνων που παραμένουν στα εδάφη ανταρτών. Στο Κομουνάρ, η ανθρωπιστική κρίση φαίνεται ότι θα ευνοήσει τελικά τους αυτονομιστές, προς το παρόν τουλάχιστον. Οπως και οι περισσότερες πόλεις της περιοχής, πρόκειται για ένα καταρρέον μνημείο για τον σοβιετικό βιομηχανικό σχεδιασμό, έναν οικισμό 2.500 ανθρώπων που απασχολούνται σε ανθρακωρυχείο. Ουδείς έχει απομακρύνει τον πάγο από τους δρόμους, με αποτέλεσμα τα πεζοδρόμια να μοιάζουν με πίστα πατινάζ και οι ηλικιωμένοι να περπατούν προσεκτικά με ρυθμούς χελώνας. Τα καταστήματα και τα σπίτια παρουσίαζαν ζημιές προτού καν αρχίσει η σύγκρουση και η εκτόξευση ρουκετών. Αν και κάποιοι έγιναν πλούσιοι από τον ορυκτό πλούτο της Ανατ. Ουκρανίας, ουδείς σκέφτηκε να χρηματοδοτήσει έστω και στοιχειώδεις βελτιώσεις για την κοινότητα. Τα σπίτια δεν έχουν τηλέφωνα και δεν υπάρχει αγωγός αερίου στην πόλη. Η βασική πηγή απασχόλησης είναι το τοπικό ορυχείο με μακρές βάρδιες σκληρής και επικίνδυνης εργασίας, με πενιχρούς μισθούς.

Επιδείνωση προβλημάτων

Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις απλώς επιδείνωσαν τα προβλήματα. Οι ουκρανικές δυνάμεις αναπτύχθηκαν εκεί για ένα μήνα πέρυσι πριν από τη μαζική αντεπίθεση των ρωσικών στρατευμάτων, που υποχρέωσαν τις δυνάμεις του Κιέβου σε αναδίπλωση και κατέληξαν στη συμφωνία εκεχειρίας του Μινσκ, τον Σεπτέμβριο. Για μεγάλα διαστήματα η πόλη έμεινε χωρίς νερό ή ηλεκτρικό και οι περισσότεροι κάτοικοι διέμεναν σε υπόγεια για να προφυλαχτούν από το σφυροκόπημα. Το ορυχείο εγκαταλείφθηκε και όταν οι εργάτες γύρισαν, ανακάλυψαν ότι είχε πλημμυρίσει, με αποτέλεσμα την καταστροφή εξοπλισμού αξίας 4 εκατ. λιρών. Επέστρεψαν στις θέσεις τους, αλλά κανείς δεν ξέρει πότε θα πληρωθούν. Τέλη Ιανουαρίου πληρώθηκαν για τις δύο πρώτες εβδομάδες Νοεμβρίου.