ΚΟΣΜΟΣ

Φόβος ισλαμοποίησης και γαλλική μελαγχολία

fovos-islamopoiisis-kai-galliki-melagcholia-2078747

Η Γαλλία βρίσκεται στη δίνη μιας μοναδικής πολιτιστικής στιγμής, που ξεπερνά τα όρια της ενδοσκόπησης για τις διαμάχες γύρω από την ισλαμική βία, την ενσωμάτωση των μειονοτήτων, την οικονομική κρίση και τη διαρροή εγκεφάλων. Αυτή η συλλογική αγωνία αποκρυσταλλώνεται με τον καλύτερο τρόπο στα τελευταία έργα δύο εκ των πλέον προβεβλημένων και αμφιλεγόμενων Γάλλων συγγραφέων, του Ερίκ Ζεμούρ και του Μισέλ Ουελμπέκ. Τα εν λόγω βιβλία έγιναν μπεστ σέλερ, καθώς προειδοποιούσαν για τον υφέρποντα κίνδυνο ισλαμοποίησης μιας Γαλλίας που συγκλονιζόταν από τη φονική επίθεση τζιχαντιστών στο Charlie Hebdo. Πέραν, όμως, των προειδοποιήσεών τους για το Ισλάμ, οι δύο άνδρες προσφέρουν ένα μοναδικό παράθυρο, που μας επιτρέπει να αντικρίσουμε τη γαλλική ψυχοσύνθεση.

Στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Η γαλλική αυτοκτονία», ο Ζεμούρ κάνει λόγο για την περίφημη γαλλική μελαγχολία – το τυπικά γαλλικό συναίσθημα της απαισιοδοξίας και της παρακμής, οι ρίζες του οποίου χάνονται στον Μεσαίωνα. Οταν ο Ναπολέων έχασε τη Ρωσία, ο θάνατος του Μεγάλου Στρατού σήμανε και το τέλος του οράματος για την ένωση της Δύσης υπό τον γαλλικό πολιτισμό. Μέχρι τότε, η Γαλλία διατηρούσε τη πρωτοκαθεδρία στην Ευρώπη, στηριζόμενη στον περήφανο λαό και στους φυσικούς πόρους της, ωστόσο πάντα αποτύγχανε σε ένα αποφασιστικό σημείο: τον σχεδιασμό μιας πραγματικής ηγεμονίας. Σήμερα, ο αγγλόφωνος κόσμος είναι η νέα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, όχι η Γαλλία. Η Γαλλία θα μπορούσε να γίνει ό,τι ήταν η Αθήνα για τη Ρώμη, δηλαδή πολιτιστική και πνευματική πρωτεύουσα, αλλά όχι οικονομικό και πολιτικό κέντρο. Αλλά ακόμη και αν αυτό ήταν ρεαλιστικό και εφικτό, δεν αποτέλεσε ποτέ στόχο. Και κάπως έτσι έχουμε τη γαλλική μελαγχολία.

Μόνο σ’ αυτό το πλαίσιο μπορεί οι γίνουν αντιληπτές οι προειδοποιήσεις του Ζεμούρ για την ισλαμοποίηση. Η ισλαμοποίηση είναι ένας μεγάλος κίνδυνος, λέει ο συγγραφέας, επειδή η γαλλική μελαγχολία έχει προκαλέσει την απώλεια της εμπιστοσύνης για την ίδια τη γαλλική ταυτότητα. Μοιραία η ταυτότητα αποδυναμώθηκε και απειλείται σήμερα από τη μουσουλμανική αυτοπεποίθηση που δεν εμφανίζει ίχνη αυτοαμφισβήτησης.

Από την άλλη πλευρά, η ανάλυση του Ουελμπέκ είναι πιο ψυχολογική και όχι τόσο ιστορική. Ολο του το έργο στηρίζεται στην παθολογία της μεταμοντέρνας ύπαρξης και στη λανθάνουσα αίσθηση πως η νομική, σεξουαλική και οικονομική μεταμοντέρνα ελευθερία υπήρξε μια θλιβερή αποτυχία.

Στο τελευταίο του μυθιστόρημα, την «Υποβολή», η Γαλλία διολισθαίνει αθόρυβα προς τη θεοκρατία. Η γαλλική κοινωνία δεν τρομοκρατείται από ισλαμιστές αντάρτες, αντίθετα καταλήγει να αναστενάζει με ανακούφιση καθώς εγκαταλείπει τα αγχωτικά ελευθεριακά ήθη της για να υιοθετήσει έναν τρόπο ζωής που της προσφέρει καθησυχαστικούς κανόνες. Ο κοσμικός χαρακτήρας του γαλλικού κράτους και η απώλεια της ιστορικής καθολικής πίστης άφησαν τη Γαλλία εκτεθειμένη σε νέες, πιο στέρεες μεταφυσικές πεποιθήσεις. Η πολυγαμία, ιδιαίτερα, προσφέρει στον άνδρα οικογενειακή και σεξουαλική ικανοποίηση, ενώ ο ισλαμικός νόμος και οι επιδοτήσεις δίνουν στη γυναίκα ασφάλεια και απελευθέρωση από την πίεση να συνδυάσει καριέρα και οικογένεια.

Τελικά, αυτά που έχουν κοινά οι δύο συγγραφείς δεν είναι τόσο το Ισλάμ ή η μετανάστευση ως αντικείμενα κριτικής. Είναι το γεγονός ότι καταδεικνύουν τις βαθύτερες πληγές της γαλλικής ψυχής, πληγές οι οποίες κατά κανόνα αποσιωπούνται και για τις οποίες τόσο ο Ζεμούρ όσο και ο Ουελμπέκ παραδέχονται αβίαστα ότι δεν διαθέτουν θεραπείες.