ΚΟΣΜΟΣ

Τζιχαντιστές έξω από το Χαλέπι

tzichantistes-exo-apo-to-chalepi-2105424

Τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους κατέλαβαν χθες πέντε χωριά στα περίχωρα του Χαλεπίου, πλησιάζοντας όσο ποτέ άλλοτε, από την έναρξη του εμφυλίου πολέμου, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Συρίας στο βόρειο τμήμα της χώρας. Η επιτυχία των τζιχαντιστών προκάλεσε διεθνή ανησυχία, καθώς υπογραμμίζει τα πενιχρά, μέχρι στιγμής, αποτελέσματα των αεροπορικών βομβαρδισμών, τόσο του υπό αμερικανική ηγεσία συνασπισμού της Δύσης όσο και της Ρωσίας. Στο μεταξύ, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν χθες τη ριζική αναδιάρθρωση της προσπάθειας υποστήριξης προς τους Σύρους αντάρτες, εγκαταλείποντας έτσι το προηγούμενο πρόγραμμα εκπαίδευσης και εξοπλισμού μαχητών σε σημεία εκτός Συρίας, κόστους 500 εκατ. δολαρίων, το οποίο φαίνεται πως απέτυχε παταγωδώς. Σύμφωνα με το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι τζιχαντιστές πλησίασαν τα χαράματα της Παρασκευής σε απόσταση 20 χιλιομέτρων από τη γραμμή του μετώπου όπου βρίσκονται οι δυνάμεις του κυβερνητικού στρατού. Είχαν προηγηθεί πολύωρες σφοδρές μάχες δυνάμεων του Ισλαμικού Κράτους με άλλες ένοπλες αντικαθεστωτικές οργανώσεις, που αναγκάστηκαν τελικά να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους. Δεκάδες μαχητές και από τις δύο πλευρές σκοτώθηκαν στη διάρκεια των συγκρούσεων.

Εμπορική πρωτεύουσα της Συρίας πριν από την έναρξη του καταστροφικού εμφυλίου πολέμου, το 2011, το Χαλέπι παραμένει ντε φάκτο διχοτομημένο, με τον κυβερνητικό στρατό να ελέγχει το δυτικό τμήμα της πόλης και τους αντικαθεστωτικούς αντάρτες το ανατολικό. Ηνωμένες Πολιτείες, Τουρκία και άλλες χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ κατηγορούν τη Ρωσία ότι επικεντρώνει την εκστρατεία αεροπορικών βομβαρδισμών, που ξεκίνησε πριν από 10 ημέρες, όχι στην αναχαίτιση του Ισλαμικού Κράτους, αλλά στην ενίσχυση του Σύρου προέδρου Μπασάρ Ασαντ, με τον εκμηδενισμό των δυνάμεων της φιλοδυτικής αντιπολίτευσης. Στις κατηγορίες αυτές επανήλθε χθες ο Γάλλος υπουργός Αμυνας, Ζαν-Ιβ Λε Ντριάν, υποστηρίζοντας ότι «το 80 έως και 90% των ρωσικών βομβαρδισμών είχαν στόχο την ενίσχυση του Ασαντ».

Χθες το πρωί, εκδηλώθηκε νέο κύμα ρωσικών αεροπορικών βομβαρδισμών στην κεντρική επαρχία Χάμα και στη βορειοδυτική επαρχία Ιντλίμπ. Οι ρωσικοί βομβαρδισμοί είχαν, κατά τα φαινόμενα, στόχο να ενισχύσουν τον κυβερνητικό στρατό του προέδρου Ασαντ και τις σιιτικές πολιτοφυλακές που μάχονται στο πλευρό του, καθώς επιχειρούν μεγάλη επίθεση χερσαίων δυνάμεων για την ανακατάληψη εδαφών που ελέγχονται από τους αντικαθεστωτικούς αντάρτες.

Θύμα των συγκρούσεων έπεσε και ένας Ιρανός στρατηγός της επίλεκτης δύναμης «Φρουροί της Επανάστασης», ο Χοσεΐν Χαμεντανί. Οπως ανακοίνωσε η Τεχεράνη, ο Χαμεντανί, βετεράνος του πολέμου Ιράν-Ιράκ (1980-1988), σκοτώθηκε στην επαρχία Χαλεπίου, όπου βρισκόταν ως σύμβουλος του συριακού στρατού. Το σιιτικό Ιράν αναγνωρίζει ότι στρατιωτικοί του βοηθούν τον κυβερνητικό στρατό του Ασαντ ως σύμβουλοι και εκπαιδευτές, αλλά αρνείται τις καταγγελίες σουνιτικών αραβικών κρατών του Κόλπου ότι εκατοντάδες στρατιώτες του μάχονται επί συριακού εδάφους.

Τέλος, το αμερικανικό Πεντάγωνο αποφάσισε να τερματίσει το πρόγραμμα εκπαίδευσης Σύρων αντικαθεστωτικών ανταρτών, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά την αποτυχία του, όπως αναφέρουν οι New York Times. Πολλοί εκ των εκπαιδευθέντων από τις ΗΠΑ αντίπαλοι του Ασαντ κατέληξαν να μάχονται με τρομοκρατικές, ισλαμικές οργανώσεις, που υποστηρίζονται από κύκλους σουνιτικών, αραβικών κρατών του Κόλπου. Η αναστολή του προγράμματος του Πενταγώνου ενισχύει εκ των πραγμάτων εκείνη τη μερίδα της κυβέρνησης Ομπάμα που επιδιώκει μια ελάχιστη συνεννόηση με τη Ρωσία για τη διαχείριση του συριακού προβλήματος.