ΚΟΣΜΟΣ

Ο γιατρός που προηγείται του Ντ. Τραμπ

carson1

Σαφέστερα και εντονότερα διαγράφονται πλέον τα ρήγματα στο εσωτερικό του αμερικανικού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος χάρη στη δημοσκόπηση που είδε τα φώτα της δημοσιότητας στις αρχές της εβδομάδας.

Για πρώτη φορά από την αρχή καταμέτρησης της πρόθεσης ψήφου για κάποιον από τους υποψηφίους για το προεδρικό χρίσμα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, η δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό των «Τάιμς της Νέας Υόρκης» και του CBS News, φέρνει στην πρώτη θέση τον νευροχειρουργό Μπεν Κάρσον, ο οποίος συγκέντρωσε το 26% των ψηφοφόρων, αφήνοντας πίσω του τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος συγκέντρωσε το 22%. Μολονότι η διαφορά τους είναι τόσο μικρή ώστε μπορεί να αποδοθεί σε στατιστικό σφάλμα, η απώλεια της πρώτης θέσης από τον Τραμπ είναι αξιοσημείωτη.

Αξίζει, ωστόσο, να επισημανθεί, αναφέρουν οι αναλυτές, ότι κάθε ένας από τους δύο αντιπάλους συγκεντρώνει ψήφους από διαφορετική δεξαμενή ψηφοφόρων του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Ο Μπεν Κάρσον, π.χ., συγκεντρώνει τις ψήφους των Ευαγγελικών και των αυτοπροσδιοριζόμενων συντηρητικών, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ τα καταφέρνει καλύτερα στους Ρεπουμπλικανούς ψηφοφόρους που δεν έχουν τριτοβάθμια εκπαίδευση και δεν είναι μέλη της Ευαγγελικής Εκκλησίας.

Ομολογουμένως, οι δύο αυτές πτέρυγες του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος δεν έχουν και πολλά κοινά σημεία να τους ενώνουν, αφού οι θέσεις τους είναι αντιδιαμετρικές σε ευρύτατο φάσμα θεμάτων, που κυμαίνεται από τη φορολογία και τη μετανάστευση μέχρι την οπλοκατοχή και τους γάμους ομοφυλοφίλων.

Μια άλλη πραγματικότητα που διαγράφεται σαφώς από τη δημοσκόπηση είναι ότι οι ψηφοφόροι του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος γνωρίζουν πολύ καλά τις προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπίσουν. Τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων, για παράδειγμα, παραδέχονται ότι το κόμμα τους είναι διχασμένο, ενώ ταυτόχρονα οι επτά στους δέκα αναγνωρίζουν ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ευθύνεται, τουλάχιστον εν μέρει, για τη δυσλειτουργία και το αδιέξοδο στην Ουάσιγκτον.

Είναι προφανές πως οι εσωκομματικές διαφορές θα γεφυρωθούν με μεγάλη δυσκολία. Η πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων υποστηρίζει πως οι ηγέτες τους θα πρέπει να προθυμοποιηθούν να κάνουν παραχωρήσεις προκειμένου να επιτύχουν σε κάποια ζητήματα στην Ουάσιγκτον, αλλά τέσσερις στους δέκα υποστηρίζουν ότι οι κομματικοί αξιωματούχοι οφείλουν να παραμένουν πιστοί στις αρχές τους, ακόμη και αν αυτό σημαίνει προβλήματα.

Την ίδια στιγμή, δεινή εμφανίζεται να είναι η θέση ενός άλλου υποψηφίου για το προεδρικό χρίσμα, του Τζεμπ Μπους, καθώς σύμφωνα με δημοσκόπηση δεν συγκεντρώνει παρά μόνο 18%. Μάλιστα, κατά τους τηλεοπτικούς διαξιφισμούς (debate) των υποψηφίων, που πραγματοποιήθηκαν την περασμένη Τρίτη, ο Τζεμπ Μπους προκειμένου να καθησυχάσει τους ανήσυχους δωρητές της εκστρατείας του εφάρμοσε τη δοκιμασμένη τεχνική της λυσσώδους επίθεσης εναντίον του συνυποψηφίου του γερουσιαστή από τη Φλόριντα, Μάρκο Ρούμπιο, κατηγορώντας τον ότι δεν «πατάει πόδι» στη Γερουσία. Πρόκειται για μια επιλογή που, όπως παρατηρούν πολιτικοί αναλυτές, δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα για την υποψηφιότητα Μπους από αυτά που απαντά.

Εξίσου ενδιαφέρουσες φαίνεται να είναι και οι εξελίξεις στο Δημοκρατικό Κόμμα, καθώς έπειτα από πολλούς μήνες περισυλλογής, ο νυν αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, έλυσε τη σιωπή του δηλώνοντας ότι δεν πρόκειται να λάβει μέρος στην εκλογική μάχη διεκδίκησης του χρίσματος για το Δημοκρατικό Κόμμα διότι, όπως δήλωσε ο ίδιος, «δεν μπορεί να την κερδίσει».

Μάλιστα, σε συνέντευξη που παραχώρησε την περασμένη εβδομάδα στο τηλεοπτικό δίκτυο CBS, ο Μπάιντεν εξηγώντας τη στάση του επισήμανε ότι «δεν είναι δυνατόν να κατέβεις για πρόεδρος, εάν δεν ρίξεις όλο σου τον εαυτό σε αυτό», και συνέχισε λέγοντας: «Θα είμαι σαφής. Αν πίστευα ότι θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε την εκστρατεία που αξίζουν οι υποστηρικτές και οι δωρητές θα είχα προχωρήσει», ενώ αναφερόμενος στον γιο του, ο οποίος κατέληξε από καρκίνο του εγκεφάλου τον Μάιο, τόνισε ότι παρότι κάποιοι πιστεύουν ότι τις τελευταίες ημέρες της ζωής του τον προέτρεψε να διεκδικήσει την προεδρία, «τίποτα τέτοιο δεν συνέβη ποτέ». «Εξακολουθώ να πιστεύω ότι θα μπορούσα να κάνω καλύτερη δουλειά από οποιονδήποτε άλλο. Και αυτός είναι ο λόγος που θα διεκδικούσα την προεδρία, αλλά δεν θα ήμουν αντίπαλος της Χίλαρι», δήλωσε ο Αμερικανός αντιπρόεδρος.