ΚΟΣΜΟΣ

Σκόρπιες σκέψεις από το Γκάτγουϊκ την επομένη των επιθέσεων στο Παρίσι

0208s13mak1-thumb-large

"Ο ήχος από τα ροδάκια της βαλίτσας στο πεζοδρόμιο είναι το σάουντρακ της εποχής μας. Τίποτα δεν έχει αλλάξει περισσότερο τον σημερινό κόσμο από την δυνατότητά μας να ταξιδεύουμε παντού", μου έλεγε ο Ελληνοσουηδός συγγραφέας, Αρης Φιορέττος το καλοκαίρι. Και εγώ σκέφτομαι τα λόγια του, σήμερα  Σάββατο 14 Νοεμβρίου, την επομένη της σφαγής στο Παρίσι καθώς είμαι στριμωγμένη ανάμεσα σε εκατοντάδες σιωπηλούς ανθρώπους που κρατούν με το ένα χέρι την βαλίτσα τους και με το άλλο, το κινητό τους τηλέφωνο. Είμαστε όλοι, επιβάτες των πτήσεων που θα έπρεπε να αναχωρήσουν από το αεροδρόμιο Γκάτγουϊκ του Λονδίνου το μεσημέρι, αλλά οι αρχές έχουν ήδη αποκλείσει από τις 10 το πρωί  το Βόρειο Τέρμιναλ για λόγους ασφαλείας.

Δεν γίνονται απογειώσεις και όσοι είχαν την κακή τύχη να προσγειωθούν,  έχουν παγιδευτεί μέσα στα αεροπλάνα, μέχρι να ολοκληρωθούν οι έλεγχοι. Το ίντερνετ δεν λειτουργεί και μόνο τηλεφωνώντας σε φίλους και αγαπημένους μαθαίνουμε ότι έχει βρεθεί ένα ύποπτο δέμα και ότι έχει μάλλον συλληφθεί κάποιος.  Δεν υπάρχει καμιά ενημέρωση για το τί θα συμβεί, όσο περνάει η ώρα ο κόσμος στοιβάζεται, γινόμαστε όλο και πιο πολλοί, αυξάνεται η ανησυχία και ο φόβος. Επικρατεί μια παγωμένη θλίψη, όλοι μιλούν χαμηλόφωνα, ψιθυρίζουν την λέξη "Παρίσι" σε διάφορες γλώσσες. Δεν ακούγονται παρά μόνο οι ασύρματοι των αστυνομικών και μερικά μωρά που κλαίνε.

Πρόσωπα σκυθρωπά παντού,  συμπόνοια για τους Γάλλους, περίεργη ησυχία. "Τι πάθανε οι άνθρωποι" μονολογεί ένας ηλικιωμένος Βρετανός που κάθεται δίπλα μου. Περιμένει μαζί με την γυναίκα του, ένα φιλικό ζευγάρι από την Λιόν. Έχουν φτάσει αλλά βρίσκονται στο αεροπλάνο εδώ και δύο ώρες και η επικοινωνία μαζί τους είναι αδύνατη.

Το πλήθος μεγαλώνει, κάποιοι έχουν αρχίσει να κάθονται στο παγωμένο πάτωμα, άλλοι πάνω στις αποσκευές τους, μασουλώντας αμήχανα σάντουιτς. Κάθε τόσο έρχονται αστυνομικοί και διώχνουν όλους όσοι βρίσκονται κοντά στις εισόδους, για να συνεχιστεί η ροή των επιβατών που εξακολουθούν ακόμα να φτάνουν από τον σταθμό του τραίνου και να γεμίζουν τον λιγοστό πια χώρο που έχει μείνει ελεύθερος. Ελλείψει διαδικτύου, οι εφημερίδες ξαναβρίσκουν την χαμένη τους τιμή. Οι φωτογραφίες είναι σοκαριστηκές. Πόση ώρα θα περιμένουμε; Ήδη είμαστε ένα τρίωρο όρθιοι. "Καλύτερα εδώ, παρά να είχε σκάσει καμιά βόμβα δίπλα μας.

Είδατε τις φωτογραφίες του Παρισιού; Τώρα θα ζούμε με τον φόβο. Είμαι μουσουλμάνα στο θρήσκευμα και ντρέπομαι βαθιά για τους φονιάδες. Ντρέπομαι που δολοφονούν στο όνομα του Αλάχ" λέει μια Αιγύπτια με βρετανικό διαβατήριο που ταξιδεύει στο Χονγκ Κονγκ με ενδιάμεσο σταθμό το Ντουμπάϊ και ήδη ξέρει ότι αποκλείεται να προλάβει το δεύτερο σκέλος του ταξιδιού της. "Τίποτα δεν θα είναι το ίδιο" συμπληρώνει μια Ιταλίδα που ήταν να πάει στην Γενεύη.

"Η εποχή που ταξιδεύαμε ελεύθερα τελείωσε, όπως είχε γίνει και μετά την 11η Σεπτεμβρίου". Δεν είμαστε ξένοι, δεν αισθανόμαστε ξένοι. Μιλάμε μεταξύ μας με την ίδια άνεση που θα είχε κάποιος με τους συμπατριώτες του. Και σχολιάζουμε τα γεγονότα της προηγούμενης βραδιάς σαν να συνέβησαν στην δική μας πόλη. Γιατί σ' έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο, ένα χτύπημα, όπως αυτό που έγινε προχθές και έχει τεράστια διεθνή εμβέλεια, σε πλήττει στο πιο ευαίσθητό σου σημείο: την δυνατότητα να κινείσαι ελεύθερα και άφοβα, να μην γνωρίζεις σύνορα, να μην βάζεις την ταυτότητά σου σε όρια στενά.

Πέντε ώρες αργότερα, όλοι είμαστε εξαντλημένοι. Νεότερα μηδέν. Στο αεροδρόμιο επικρατεί ένα ελεγχόμενο χάος, με ανθρώπους που είναι σαστισμένοι και δεν ξέρουν τί να κάνουν. Αποφασίζω να γυρίσω Ελλάδα μέσω Χίθροου. Και οι νέοι μου φίλοι, αυτοί που συνδεθήκαμε έστω και στην ουρά έξω από το τέρμιναλ, με λένε: "Τρέχα. Ελπίζουμε να μην γίνει τίποτα και εκεί…".