ΚΟΣΜΟΣ

Ομπάμα – Πούτιν, σύμμαχοι απέναντι στον κοινό εχθρό

putin1

Η Σύνοδος Κορυφής του G20, που πραγματοποιήθηκε στο Μπρισμπέιν της Αυστραλίας το διήμερο 15-16 Νοεμβρίου του 2014, σφραγίστηκε από την ψυχροπολεμική υποτροπή των σχέσεων Δύσης- Ρωσίας, στον απόηχο της ουκρανικής κρίσης. Ηταν τόσο βαριά η ατμόσφαιρα, που ο Βλαντιμίρ Πούτιν εγκατέλειψε πρόωρα τη σύνοδο, επικαλούμενος… έλλειψη ύπνου.

Ακριβώς ένα χρόνο αργότερα, στη Σύνοδο Κορυφής της Αττάλειας, ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν ήταν πλέον ο επίφοβος εχθρός στο ουκρανικό μέτωπο, αλλά ο αναντικατάστατος σύμμαχος στο συριακό. Το φωτογραφικό ενσταντανέ που συλλαμβάνει τον Ρώσο ηγέτη και τον Αμερικανό πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα να συζητούν κατ’ ιδίαν, γύρω από το ίδιο τραπέζι, για το τι δέον γενέσθαι, μιλάει πιο πειστικά από τις όποιες αναλύσεις.

Ολοι γνωρίζουν σε ποιον οφείλουμε την απροσδόκητη προσέγγιση. Στο… «Ισλαμικό Κράτος»! Οι πολύνεκρες τρομοκρατικές επιθέσεις των τζιχαντιστών στο Παρίσι δημιούργησαν μια διεθνή ατμόσφαιρα που ουδείς θα μπορούσε να αγνοήσει, επί ποινή διπλωματικής απομόνωσης. Οι πάντες υποχρεούνταν πλέον να δεχθούν ότι η συντριβή του «Ισλαμικού Κράτους» (και όχι η ανατροπή του Ασαντ) αποτελεί την απόλυτη προτεραιότητα· ότι η επίτευξη αυτού του στόχου προϋποθέτει την πολιτική επίλυση του συριακού· και ότι ο δρόμος για την ειρήνευση στη Δαμασκό περνάει αναγκαστικά από τη Μόσχα.

Οι πρώτες ενδείξεις σύγκλισης ήρθαν την επομένη, κιόλας, της εκατόμβης στο Παρίσι, με τη διεθνή συνάντηση της Βιέννης για το συριακό πρόβλημα. Οι Τζον Κέρι και Σεργκέι Λαβρόφ συμφώνησαν σε ένα είδος Οδικού Χάρτη, με ορίζοντα 18 μηνών, που προβλέπει εκεχειρία, κυβέρνηση εθνικής ενότητας και εκλογές. Ακούγεται μάλιστα ότι οι δύο πλευρές έχουν σε μεγάλο βαθμό συμφωνήσει σε δύο κρίσιμες λίστες υποψηφίων για υπουργικά και κρατικά αξιώματα: εκείνη των στελεχών του συριακού καθεστώτος που «δεν έχουν αίμα στα χέρια τους» και εκείνη των οργανώσεων της αντιπολίτευσης που θεωρούνται αρκούντως «μετριοπαθείς».

Το επόμενο βήμα ήρθε τη Δευτέρα, με τη βαρυσήμαντη ομιλία του Φρανσουά Ολάντ ενώπιον των 900 Γάλλων βουλευτών και γερουσιαστών, στις Βερσαλλίες. Ο Γάλλος πρόεδρος προχώρησε σε μια αλλαγή στρατηγικής, αποσύροντας σιωπηρά τη θέση ότι η αποχώρηση του Ασαντ από την εξουσία είναι προϋπόθεση για την επίτευξη πολιτικής λύσης. Παράλληλα, τάχθηκε υπέρ «μιας ενιαίας διεθνούς συμμαχίας», με τη συμμετοχή και της Ρωσίας – κάτι που επίμονα ζητούσαν ο Νικολά Σαρκοζί και σχεδόν σύσσωμη η κεντροδεξιά αντιπολίτευση. Μάλιστα, ο Ολάντ θα ταξιδέψει αυτή τη βδομάδα στην Ουάσιγκτον και στη Μόσχα, προκειμένου να επιταχύνει τη σύγκλιση Ομπάμα – Πούτιν.

Οτι δεν πρόκειται απλά για αλλαγή ρητορείας από το Παρίσι έγινε σαφές την περασμένη Τρίτη, όταν γαλλικά και ρωσικά πολεμικά αεροσκάφη βομβάρδιζαν από κοινού στόχους του «Ισλαμικού Κράτους» στη Ράκα της ανατολικής Συρίας. Την ίδια μέρα, ο Βλαντιμίρ Πούτιν αναγνώριζε ότι η πρόσφατη κατάρριψη ρωσικού επιβατηγού αεροσκάφους στο Σινά ήταν αποτέλεσμα τρομοκρατικής ενέργειας, ενώ η ρωσική τηλεόραση τον εμφάνιζε στην αίθουσα επιχειρήσεων του εθνικού συμβουλίου άμυνας να εποπτεύει των πληγμάτων κατά του «Ισλαμικού Κράτους». Το χολιγουντιανό σκηνικό, που θύμιζε ταινία του Τζέιμς Μποντ, ενίσχυε την εντύπωση ότι το Κρεμλίνο επέλεξε συνειδητά τη στιγμή της ανακοίνωσης για να διευκολύνει την προσέγγιση με τη Δύση.

Παρά τα ενθαρρυντικά βήματα, τα πιο δύσκολα έπονται. Οι διαφορές μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας παραμένουν αγεφύρωτες αναφορικά με το μέλλον του Σύρου προέδρου Μπασάρ Ασαντ – κάτι που επί του παρόντος αποκλείει την πολιτική λύση. Ακόμη κι αν επιτευχθεί συμβιβασμός, αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν εκλογές στη Συρία, όταν μεγάλες πόλεις, όπως η Ράκα, το Ντέιρ Εζόρ, το Ιντλίμπ και το Χαλέπι, βρίσκονται ολικά ή μερικά υπό τον έλεγχο τζιχαντιστών.

Η εκδίωξη των τελευταίων προϋποθέτει εισβολή αξιόμαχων χερσαίων δυνάμεων. Ωστόσο, Αμερικανοί, Βρετανοί και Γερμανοί αποκλείουν κατηγορηματικά κάτι τέτοιο –γεγονός που εμπόδισε τον Ολάντ να προσφύγει στο άρθρο 5 του ΝΑΤΟ περί συλλογικής ασφάλειας– ενώ ταυτόχρονα προσπαθούν να εξασθενίσουν τον συριακό στρατό, που επωμίζεται το κύριο βάρος των χερσαίων επιχειρήσεων κατά των τζιχαντιστών.

Πλάι σ’αυτά, υπάρχει και η προηγούμενη, αρνητική εμπειρία της 11ης Σεπτεμβρίου. Και τότε, η πρώτη αντίδραση στις τρομοκρατικές επιθέσεις της Αλ Κάιντα ήταν η αλληλεγγύη στον αμερικανικό λαό και η προσφορά για βοήθεια, εναντίον των Ταλιμπάν, ακόμη και από τη Ρωσία και το Ιράν. Δεν πέρασε πολύς καιρός μέχρι να τιναχτούν όλα στον αέρα από την άφρονα ομιλία Μπους περί «Αξονα του Κακού» και τον ολέθριο πόλεμο εναντίον του Ιράκ. Μένει να αποδειχθεί ότι τα παθήματα έχουν γίνει μαθήματα…

«Να κερδίσουμε την ειρήνη»

Η ομιλία Ολάντ στις Βερσαλλίες γέννησε αρκετούς συνειρμούς με τη μετά την 11η Σεπτεμβρίου Αμερική, καθώς ο Γάλλος πρόεδρος κινήθηκε στο γνώριμο δίπολο: πόλεμος κατά του «Ισλαμικού Κράτους» στη Συρία – δρακόντεια μέτρα ασφαλείας, με περιστολή ελευθεριών, στο εσωτερικό της Γαλλίας.

Η τοποθέτηση αυτή προκάλεσε αντιδράσεις. Από τον πρώην πρωθυπουργό της Γαλλίας, Ντομινίκ ντε Βιλπέν, μέχρι τον αντικαγκελάριο της Γερμανίας Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, πολλοί ήταν εκείνοι που τόνισαν ότι η φιλολογία περί «πολέμου» δεν βοηθάει στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του «Ισλαμικού Κράτους».

Με άρθρο του στην εφημερίδα Le Monde, ο αειθαλής, στα 94 χρόνια του, φιλόσοφος Εντγκάρ Μορέν, σχολίαζε: «Δεν μπορούμε να διεξάγουμε πόλεμο για να καταστρέψουμε το “Ισλαμικό Κράτος” στη Γαλλία παρά μόνο αν μετατραπούμε σε αστυνομικό, μιλιταριστικό κράτος. Επομένως, με ποιο τρόπο πρέπει να διεξάγουμε έναν αποτελεσματικό πόλεμο κατά των τζιχαντιστών; Η απάντηση είναι απλή: φέρνοντας την ειρήνη στη Μέση Ανατολή… Παράλληλα, πρέπει να φέρουμε την ειρήνη στα προάστια των δικών μας πόλεων. Τίποτα ουσιαστικό, με βάθος και συνέχεια, δεν έχει γίνει για μια διπλή, οργανική ένταξη (σ.σ. των μεταναστευτικών μειονοτήτων): στο έθνος, μέσω ενός σχολικού συστήματος που θα διδάσκει την πραγματική, πολυπολιτισμική ιστορία της Γαλλίας και στην κοινωνία, μέσω ενός κράτους που θα αγωνίζεται εναντίον κάθε λογής διακρίσεων».