ΚΟΣΜΟΣ

Μια παράξενη προεκλογική εκστρατεία

tramp1--2

Η πρώτη προκριματική αναμέτρηση που έγινε αυτή τη βδομάδα στην πολιτεία της Αϊόβας δεν ξεκαθάρισε το τοπίο της μακράς εκστρατείας ενόψει της προεδρικής εκλογής του προσεχούς Νοεμβρίου, περιόρισε όμως σε σημαντικό βαθμό την γκάμα των πιθανών διαδόχων του Μπαράκ Ομπάμα.

Στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών απέμειναν μόνο δύο ανθυποψήφιοι: το μεγάλο φαβορί, η Χίλαρι Κλίντον και ο ανεξάρτητος, αριστερός γερουσιαστής της μικροσκοπικής πολιτείας Βερμόντ, Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος πρακτικά ισοψήφησε με την πρώην υπ. Εξωτερικών. Στην απέναντι όχθη, τρεις από τους 12 υποψηφίους των Ρεπουμπλικανών παραιτήθηκαν ήδη μετά την ψυχρολουσία της Αϊόβας και άλλοι αναμένεται να το πράξουν σύντομα, αφήνοντας επί σκηνής τους τρεις επικρατέστερους: τον Τεξανό γερουσιαστή και νικητή της Αϊόβας, Τεντ Κρουζ, τον εκκεντρικό δισεκατομμυριούχο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ήρθε δεύτερος αν και διατηρεί δημοσκοπικό προβάδισμα σε πανεθνικό επίπεδο και τον ανερχόμενο γερουσιαστή Φλόριντα Μάρκο Ρούμπιο.

Εν αναμονή των εξελίξεων

Δεν αποκλείεται, βέβαια, στο εξάμηνο που υπολείπεται έως τα συνέδρια των δύο μεγάλων κομμάτων για την ανάδειξη των προεδρικών υποψηφίων να υπάρξουν ανατροπές, ακόμη και με την εμφάνιση νέων διεκδικητών. Με τα σημερινά δεδομένα, πάντως, έχουμε να κάνουμε με μια εντελώς ατυπική, για τα αμερικανικά δεδομένα, εκστρατεία. Αν ο κανόνας ήθελε τις προεδρικές μάχες να δίνονται και να κερδίζονται στο πολιτικό Κέντρο, τούτο το έτος εκείνοι που κλέβουν την παράσταση και δίνουν τον τόνο της αναμέτρησης, τοποθετούνται στα «άκρα» των δύο μεγάλων παρατάξεων.

Και μόνο το γεγονός ότι το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών διεκδικεί με αξιώσεις ένας άνθρωπος σαν τον Τραμπ αποτελεί ανησυχητικό φαινόμενο. Ο εκρηκτικά αθυρόστομος μεγαλοεπιχειρηματίας που επιτίθεται με χυδαία σεξιστική γλώσσα εναντίον της Κλίντον, ζητεί απαγόρευση εισόδου όλων των μουσουλμάνων και χαρακτηρίζει «βιαστές» τους μετανάστες από το Μεξικό θα αποτελέσει, αν τύχει και εκλεγεί, ισχυρό επιχείρημα όσων δέχονται τον αφορισμό που λέει ότι το νεαρό, αμερικανικό έθνος πέρασε απευθείας από τη βαρβαρότητα στην παρακμή, παρακάμπτοντας τον πολιτισμό. Εξίσου, αν όχι περισσότερο επικίνδυνος με τον λαϊκιστή Τραμπ εμφανίζεται ο Κρουζ. Εκλεκτός του υπερσυντηρητικού Tea Party και των θρησκόληπτων –κυρίως Ευαγγελιστών– Αμερικανών, υιοθετεί αντιδραστικές θέσεις σε όλα τα κοινωνικά προβλήματα (μετανάστευση, οπλοκατοχή, αμβλώσεις κ.ά.), προτείνει κατάργηση της εφορίας, αμφισβητεί την κλιματική αλλαγή και πρεσβεύει μια πιο επιθετική εξωτερική πολιτική.

Ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη προκαλεί η πέραν πάσης πρόβλεψης απήχηση του Σάντερς. Από το 1920, όταν ο επαναστάτης συνδικαλιστής Γιουτζίν Ντεμπς έθεσε υποψηφιότητα από τη φυλακή, είχε να εμφανιστεί μη γραφικός υποψήφιος, και μάλιστα του Δημοκρατικού Κόμματος, ο οποίος να εμφανίζεται ανοιχτά ως οπαδός του «δημοκρατικού σοσιαλισμού». Αν και η Κλίντον υποστηρίζεται αναφανδόν από το κομματικό, το οικονομικό και το εκδοτικό κατεστημένο των Δημοκρατικών, ο γερουσιαστής Βερμόντ κατάφερε να ξεσηκώσει ένα πραγματικό λαϊκό ρεύμα υποστήριξής του, με μαζικότατες συγκεντρώσεις σε κάθε γωνιά της χώρας. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ο 74χρονος, λίγο επικοινωνιακός και ελάχιστα κοινωνικός Σάντερς έχει γίνει ο ήρωας των νέων ανθρώπων, οι οποίοι τον ψήφισαν σε ποσοστό 84% (!) στην Αϊόβα, αγκαλιάζοντας το μήνυμά του για κοινωνικό κράτος, χαλινάρι στη Γουόλ Στριτ και «πολιτική επανάσταση» στις ΗΠΑ.

Η εικόνα μάλλον δεν θα ξεκαθαρίσει με τις εκλογές αυτής της εβδομάδας στο (λίγο αντιπροσωπευτικό) Νιου Χαμσάιρ, όπου οι Τραμπ και Σάντερς φαίνεται να έχουν το προβάδισμα. Μια καλύτερη εικόνα (και οπωσδήποτε λιγότερους υποψήφιους) θα μας προσφέρουν οι εκλογές της «σούπερ Τρίτης» 1ης Μαρτίου, σε σειρά πολιτειών. Δεν αποκλείεται μέχρι τότε οι αντισυμβατικές υποψηφιότητες που εκφράζουν την αμφισβήτηση του «κατεστημένου της Ουάσιγκτον» εκ δεξιών και αριστερών να υποχωρήσουν προς όφελος πιο συστημικών πολιτικών, όπως ο Μάρκο Ρούμπιο στους Ρεπουμπλικανικούς και η Χίλαρι Κλίντον στους Δημοκρατικούς. Ακόμη κι έτσι, η φετινή αναμέτρηση θα έχει αφήσει πίσω της πρόδρομα φαινόμενα διευρυνόμενης κοινωνικής δυσαρέσκειας και πολιτικής αμφισβήτησης – καρπούς, σε μεγάλο βαθμό, της έκρηξης των ανισοτήτων που ακολούθησαν τη μεγάλη κρίση του 2008.