ΚΟΣΜΟΣ

Αποψη: Από τον Νέο Κόσμο στη Νέα Εποχή…

cuba1

Οι ραγδαίες γεωπολιτικές εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο δεν είναι δυνατόν να αφήνουν ανεπηρέαστο το θρησκευτικό σκηνικό σε διάφορες περιοχές του πλανήτη. Οι θρησκείες, ειδικά οι μεγάλες μονοθεϊστικές, είναι ζωντανοί οργανισμοί που ζουν, αναπτύσσονται, λειτουργούν μέσα σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα, συνθήκες και παραμέτρους. Για παράδειγμα, είναι απόλυτα σαφές ότι η μεγάλη μεταναστευτική-προσφυγική κρίση με τη μετακίνηση μεγάλων μαζών μουσουλμανικών πληθυσμών προς την Ευρώπη προκαλεί ή δοκιμάζει τις αντοχές και τις προοπτικές του χριστιανισμού στις χώρες υποδοχής.

Κατά τον ίδιο μηχανισμό, οι σοβαρές γεωπολιτικές εξελίξεις σε συγκεκριμένες περιοχές φαίνεται να επηρεάζουν ή να εξαντλούν μερικές φορές τις εύθραυστες σχέσεις και ισορροπίες μεταξύ ετερόδοξων χριστιανικών Εκκλησιών. Μια τέτοια περίπτωση, που φαίνεται ότι επηρεάστηκε από τις πολιτικές εξελίξεις, αποτελεί για πολλούς αυτή μεταξύ της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και της Ρωμαιοκαθολικής στο έδαφος της πρώην Ενωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ). Η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, μια ακραιφνώς δηλαδή πολιτική εξέλιξη, επηρέασε λιγότερο ή περισσότερο τη σχέση μεταξύ των ορθόδοξων Ρώσων χριστιανών και των ρωμαιοκαθολικών Ουνιτών. Η προσηλυτιστική δράση των Ουνιτών στην περιοχή αυτή δημιούργησε δυσκολίες στις δύο ετερόδοξες χριστιανικές Εκκλησίες, καλλιεργώντας σε ορισμένες περιπτώσεις ένα μάλλον «ψυχροπολεμικό» κλίμα.

Η προσέγγιση του Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου και του Πατριάρχη Μόσχας και Πασών των Ρωσιών Κυρίλλου με τη συνάντησή τους στην Κούβα, γίνεται δεκαετίες ύστερα από αυτά τα γεγονότα και τη μεγαλύτερη ή μικρότερη εκκλησιαστική ένταση που κατά περίπτωση προκάλεσαν. Η επίσημη ατζέντα περιελάμβανε δύο θέματα: α) τις διώξεις που αντιμετωπίζουν οι χριστιανικοί πληθυσμοί στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια – Κεντρική Αφρική και β) τον προγραμματισμό ανακουφιστικών δράσεων από τις δύο χριστιανικές Εκκλησίες. Αλλά και η πολιτική κρίση στην περιοχή της Ουκρανίας –και ίσως το πρόβλημα της Ουνίας– απασχόλησε επίσης τους δύο Προκαθημένους. Η πάγια διεκδίκηση των Ουνιτών ρωμαιοκαθολικών για τη δημιουργία δικού τους Πατριαρχείου στην Ουκρανία φαίνεται να ευνοείται από την πολιτική αναταραχή στην περιοχή, την οποία, βέβαια, ενισχύουν οι δράσεις της ορθόδοξης Ρωσίας.

Μέσα σε αυτή τη διελκυστίνδα προστίθεται και η υφέρπουσα κατά περιόδους αναστάτωση στη σχέση μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και του Πατριαρχείου Ρωσίας, αναφορικά με την επιρροή του εκκλησιαστικού ελέγχου των ορθοδόξων στην περιοχή της Ουκρανίας. Από αυτή την οπτική, η επιλογή του Πάπα Ρώμης να συνεργαστεί για τόσο σοβαρά ζητήματα με τον Ρώσο Πατριάρχη ίσως προκαλεί σε ορισμένους αλγεινή εντύπωση και σύνθετα εκκλησιολογικά θέματα. Δεν είναι δηλαδή απόλυτα κατανοητό γιατί ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος των ρωμαιοκαθολικών επέλεξε να απευθυνθεί στον πέμπτο κατά σειράν πατριαρχικό θρόνο των ορθοδόξων χριστιανών και όχι στον αδιαμφισβήτητο ηγέτη των ορθοδόξων, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίο.

Ετσι, λοιπόν, προκύπτει ένα δίλημμα από αυτή την ιστορικής σημασίας προσέγγιση: Οι εκκλησιαστικοί ηγέτες κατέληξαν σε οτιδήποτε ελπιδοφόρο για τους δοκιμαζόμενους χριστιανικούς πληθυσμούς σε αγριεμένες πολιτικά περιοχές της εποχής μας; Ή απλά η συζήτηση θα αφορούσε αποκλειστικά και μόνο τη δημιουργία ή μη ενός ακόμη Πατριαρχείου;

Στην ουσία, οι δύο εκκλησιαστικοί ηγέτες οφείλουν να περάσουν στη Νέα Εποχή της θρησκευτικής και εκκλησιαστικής πραγματικότητας και να αφήσουν πίσω αγκυλώσεις και προβλήματα πολυτελείας του παρελθόντος. Το αναπόδραστο ζητούμενο του ορατού εκκλησιαστικού μέλλοντος δεν είναι η διεκδίκηση νέας ή μεγαλύτερης διοικητικής εξουσίας. Προέχει η πρόταση ζωής στους χειμαζόμενους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, οι οποίοι μετακινούνται κουβαλώντας πληθώρα αληθινών προβλημάτων. Επείγει η καλλιέργεια ελπίδας στους μουδιασμένους χριστιανούς της Δύσης και της Ανατολής, οι οποίοι προς το παρόν αντιμετωπίζουν μάλλον αμήχανα τις αλλαγές στο θρησκευτικό σκηνικό λόγω των αδυσώπητων πολιτικών εξελίξεων.

Η εποχή μας δεν επιτρέπει στους εκκλησιαστικούς και θρησκευτικούς ηγέτες ατέρμονες και ατελέσφορες συζητήσεις. Αντίθετα, επιβάλλει την ικανοποίηση των πνευματικών και υλικών αναγκών των ανθρώπων του 21ου αιώνα που φαίνεται να ανατέλλει δυσοίωνα, θυμίζοντας τη δυστυχία παλαιότερων, απάνθρωπων στιγμών της ανθρωπότητας…

*Ο κ. Μιχάλης Μαριόρας είναι λέκτορας Ιστορίας Θρησκευμάτων στο Τμήμα Θεολογίας ΕΚΠΑ.