ΚΟΣΜΟΣ

Το νέο πρόσωπο της Αστόρια

to-neo-prosopo-tis-astoria-2133066

Το λεγόμενο «mortgage crisis» (κρίση στεγαστικών δανείων), που κορυφώθηκε στις ΗΠΑ το 2008 και είχε ως αποτέλεσμα να υποτιμηθούν τα ακίνητα και ένας μεγάλος αριθμός ιδιοκτητών να βρεθούν κυριολεκτικά στο δρόμο, φαντάζει για πολλούς μακρινό παρελθόν. Οχι φυσικά για όσους έχασαν τις περιουσίες τους μέσα σε μία νύχτα, αλλά από ό,τι φαίνεται για όλους τους υπολοίπους, ειδικά στα πιο περιζήτητα αστικά κέντρα της Καλιφόρνιας και της Νέας Υόρκης.

Αυτό μεταφράζεται σε εξωφρενική αύξηση της τιμής των ακινήτων και των ενοικίων, σε μια τεράστια κατασκευαστική δραστηριότητα, κυρίως πολυτελών διαμερισμάτων, αλλά και σε σημαντικές ανακαινίσεις παλιών κτιρίων που συναντά κανείς σχεδόν σε κάθε γωνιά αυτών των μεγαλουπόλεων. Και αν κάποιες περιοχές όπως το Μανχάταν θεωρούνται κορεσμένες, από την άποψη ότι δεν υπάρχουν πλέον οικόπεδα για να χτίσει κανείς και ότι οι τιμές έχουν «πιάσει ταβάνι», το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στην απέναντι όχθη του Ιστ Ρίβερ.

Εκεί, ας πούμε, όπου βρίσκεται η γνωστή σε όλους τους Ελληνες Αστόρια, αλλά και το κοντινό της Λονγκ Αϊλαντ Σίτι. Η εγγύτητά τους στο Μανχάταν -μόλις 10 λεπτά με το μετρό- καθώς και η δυνατότητα να αναπτυχθούν εκεί μεγάλα κατασκευαστικά έργα καθιστούν αυτές τις δύο περιοχές απολύτως ελκυστικές για κάθε επενδυτή.

Ελκυστικές, όμως, είναι και για τους απλούς Νεοϋορκέζους, οι οποίοι δεν μπορούν πλέον να καλύψουν τα απλησίαστα ενοίκια του κέντρου και αναγκάζονται να αναζητήσουν στέγη αλλού. Οι νέοι αυτοί κάτοικοι έχουν κάποια χαρακτηριστικά αρκετά διαφορετικά από τους προηγούμενους. Οπως μας είπε και ο κ. Γιώργος Κίτσιος, πρόεδρος του Συλλόγου Ελληνοαμερικανών Ιδιοκτητών (Greek American Homeowners’ Association), «η αύξηση των ενοικίων επιφέρει και δημογραφική αλλαγή. Οι νέοι ενοικιαστές έχουν μεγαλύτερο εισόδημα, ενώ όσοι δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος της αύξησης μετακομίζουν σε άλλες περιοχές του Κουίνς».

Και αυτοί που κυρίως φεύγουν είναι όσοι έχουν οικογένειες και άρα πρέπει να δώσουν πολύ μεγαλύτερα ενοίκια για διαμερίσματα με περισσότερα δωμάτια. Ετσι, η Αστόρια από μια ήσυχη εργατική συνοικία, ιδανική να μεγαλώσει κανείς τα παιδιά του, μετατρέπεται σε μια μοντέρνα γειτονιά όπου τον πρώτο λόγο έχουν τα νεανικά καφέ, τα εναλλακτικά εστιατόρια, οι απλές μπιραρίες και τα ψαγμένα μπαρ.

Γιατί τώρα;

Προφανώς και η Αστόρια δεν άλλαξε θέση, πάντα ήταν κοντά στο Μανχάταν. Γιατί, όμως, ξέσπασε τώρα όλη αυτή η δραστηριότητα; Ενας από τους πιο αρμόδιους να μας λύσει την απορία, αλλά και να προβλέψει με μεγαλύτερη ασφάλεια το τι μέλλει γενέσθαι, είναι ο δικηγόρος Βασίλης Μαυρέλης.

Το γραφείο που διατηρεί στην Αστόρια δραστηριοποιείται σχεδόν αποκλειστικά στην κτηματομεσιτική αγορά, ενώ ο ίδιος είναι κάτοικος της περιοχής από τότε που γεννήθηκε.

«Οι αλλαγές στους νόμους περί δόμησης επέφερε μεγάλη μεταβολή στην περιοχή μας. Οι ιδιοκτήτες έχουν τη δυνατότητα να χτίσουν προς τα πάνω κι έτσι ιδιοκτήτες σπιτιών με δύο διαμερίσματα μπορούν τώρα να τα κάνουν τρία ή τέσσερα. Ειδικά στο Λονγκ Αϊλαντ Σίτι, όπου η κατασκευαστική δραστηριότητα είναι ακόμη πιο έντονη, υπάρχει η δυνατότητα να χτιστούν τεράστια κτίρια με μεγάλο ύψος, γεγονός που δεν περνά απαρατήρητο από τους μεγάλους εργολάβους και επενδυτές. Κατά το παρελθόν η γειτονιά ήταν πιο εργοστασιακή, με τεράστιες αποθήκες, γκαράζ και εταιρείες ταξί. Τώρα έχει πάρει ζωή, με νέους κατοίκους και πολυτελή διαμερίσματα να δημιουργούνται συνεχώς. Διαθέτει εντυπωσιακή θέα στους ουρανοξύστες του Μανχάταν και ενδιαφέρουσα νυχτερινή ζωή. Μάλιστα πολλές από τις παλιές εγκαταστάσεις έχουν μετατραπεί σε γκαλερί, λοφτ, θέατρα κ.ά.

Η πρώτη περιοχή στην οποία κατευθύνθηκαν οι νέοι μόλις ξέφυγαν οι τιμές του κέντρου ήταν το Μπρούκλιν. Τώρα έχει γίνει και αυτό πολύ ακριβό, και μάλιστα σε πολλές γειτονιές τα ενοίκια έχουν πολύ μικρή διαφορά από αυτές του Μανχάταν. Ετσι, έστρεψαν το ενδιαφέρον τους προς την Αστόρια και το Λονγκ Αϊλαντ Σίτι, που είναι ωραίες περιοχές για να ζει κανείς. Υπάρχει μεγάλη ασφάλεια και όλες οι απαραίτητες υποδομές της καθημερινότητας. Επίσης, διαθέτουν έντονη ψυχαγωγική δραστηριότητα και νυχτερινή ζωή.

Σημαντική είναι και η εμφάνιση περισσότερων ξενοδοχειακών μονάδων, με πιο λογικές τιμές διαμονής (περίπου 200 δολάρια τη βραδιά). Επίσης, καινούργια εμπορικά κτίρια, γραφεία και ιατρικά κέντρα προσφέρουν εργασία σε πολλούς, οι οποίοι μπορούν να ζουν και να εργάζονται πλέον στην ίδια περιοχή».

Η αρνητική πλευρά

Φυσικά, όπως σε κάθε φαινόμενο, υπάρχουν και κάποια αρνητικά. Κατ’ αρχάς, όπως ήδη αναφέρθηκε, πολλοί κάτοικοι αναγκάζονται να φύγουν από την Αστόρια, μην μπορώντας να αντέξουν την αύξηση του κόστους διαβίωσης. Οπως μας περιγράφει ο κ. Μαυρέλης, «προφανώς και οι καινούργιες οικοδομές σημαίνουν και υψηλότερα ενοίκια. Η αύξηση παραμένει εδώ και 10 χρόνια σταθερά αυξανόμενη για νέες κατοικίες. Πριν από δέκα χρόνια τα διαμερίσματα με ένα υπνοδωμάτιο δεν πλησίαζαν τα 2.000 δολάρια. Πριν από πέντε χρόνια τα έβρισκε κανείς με 2.000-2.500. Τώρα, θεωρείται πολύ φυσιολογικό να κοστολογούνται στα 3.000-3.500 δολάρια. Θα φτάσουμε τις 4.000; Οι περισσότεροι εργολάβοι πάνε προς τα εκεί την κατάσταση και μάλλον πολύ σύντομα και αυτή η τιμή θα θεωρείται φυσιολογική.»

Αλλο αρνητικό είναι ότι η αύξηση του πληθυσμού και η τόσο μεγάλη ζήτηση για υπηρεσίες όλων των ειδών ήρθαν αρκετά ξαφνικά και βίαια, ώστε κάποιοι τομείς δεν πρόλαβαν να ανταποκριθούν. Τα νοσοκομεία είναι ένα καλό παράδειγμα. Πολλές περιοχές δεν έχουν επαρκείς ιατρικές υποδομές, το Λονγκ Αϊλαντ Σίτι δεν έχει ούτε ένα νοσοκομείο». 

Και οι Ελληνες;

Η ελληνική κοινότητα της Αστόρια είναι η πιο δυναμική, με την πιο έντονη παρουσία από όλες τις άλλες εθνικότητες (και υπάρχουν αμέτρητες μαζεμένες στη μικρή αυτή περιοχή), και αυτό δεν έχει αλλάξει καθόλου παρά τη γενικότερη δημογραφική μεταβολή. Ο λόγος είναι πολύ απλός και μας τον αναφέρει ο κ. Κίτσιος: «Οι Ελληνες είχαν φροντίσει από πολύ νωρίς να αγοράσουν σπίτια, καταστήματα, κτίρια. Είναι ως επί το πλείστον ιδιοκτήτες. Παραμένουν στην περιοχή, δεν φεύγουν κι έτσι διατηρείται το ελληνικό στοιχείο. Η αύξηση της κτηματομεσιτικής αγοράς μόνο θετικά τους επηρέασε».

Είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι που είχαν επενδύσει από νωρίς στην Αστόρια βρίσκονται τώρα με ακόμη πιο σημαντική περιουσία στα χέρια τους. Πολλοί μπορούν με άνεση να ζουν μόνο από τα ενοίκια των επενδύσεών τους, ενώ ακόμη και όσοι έχουν μόνο ένα σπίτι δεν χρειάζεται τουλάχιστον να ανησυχούν για το ενοίκιό τους, πράγμα που βελτιώνει κατά πολύ το επίπεδο ζωής τους. Οπως μας λέει και ο κ. Μαυρέλης, «αν ένα σπίτι τριών οικογενειών αποφέρει κατά μέσο όρο κέρδος στον ιδιοκτήτη 5.000-7.000 δολάρια το μήνα, το πιο πιθανό είναι ότι ο ιδιοκτήτης του θα σταματήσει να εργάζεται. Οι κοινωνικές συνέπειες, βέβαια, θα μας απασχολήσουν πολύ στο μέλλον, αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα». 

Επίσης, πολλοί Ελληνες είναι εκείνοι που πρωτοστατούν στην ανοικοδόμηση της Αστόρια, επενδύοντας αστρονομικά ποσά σε φιλόδοξα έργα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η κατασκευή ενός συγκροτήματος κατοικιών πάνω στο ποτάμι, του λεγόμενου Astoria Cove. Η χρηματοδότησή του θα γίνει από την Alma Realty, μια εταιρεία ελληνοαμερικανικών συμφερόντων με ιδιοκτήτη τον κ. Στάθη Βαλλιώτη, η οποία επενδύει συνεχώς σε μεγαλεπήβολα έργα στην περιοχή. Το συγκρότημα θα περιλαμβάνει 1.723 διαμερίσματα, εκ των οποίων τα 460 (27%) θα είναι πιο οικονομικά, για να μπορούν να μείνουν οικογένειες με χαμηλότερα εισοδήματα. Μάλιστα, η πόλη της Νέας Υόρκης αποφάσισε να δώσει 5 εκατομμύρια δολάρια για να φτιαχτεί ακριβώς μπροστά στο συγκρότημα μαρίνα για φέρι μποτ και 3 εκατομμύρια για να φτιάξει μαρίνα σκαφών, κάτι πρωτόγνωρο για τα δεδομένα της Αστόρια.

Είναι όλο αυτό μια φούσκα;

Κανείς πλέον δεν το πιστεύει αυτό. Διαβάζοντας διάφορα άρθρα του αμερικανικού Τύπου και μιλώντας με τους κ. Μαυρέλη και Κίτσιο, το συμπέρασμα που βγάζουμε είναι ότι η κατάσταση ή θα παραμείνει έτσι ή θα εξελιχθεί ακόμη περισσότερο. Είναι απλός νόμος προσφοράς και ζήτησης, δείχνει να είναι το γενικό συμπέρασμα. Ολοι θέλουν να μείνουν στη Νέα Υόρκη και απλώς δεν υπάρχουν αρκετά σπίτια!