ΚΟΣΜΟΣ

Φθίνει πράγματι η δημοτικότητα της Κλίντον;

fthinei-pragmati-i-dimotikotita-tis-klinton-2134862

Φθίνει τις τελευταίες εβδομάδες το προβάδισμα που είχε η Χίλαρι Κλίντον στις δημοσκοπήσεις. Μία εξήγηση θα μπορούσε να είναι ότι ένας αυξανόμενος αριθμός Ρεπουμπλικανών συγκεντρώνεται γύρω από τον Ντόναλντ Τραμπ. Μία άλλη απλούστερη εξήγηση είναι ότι τις τελευταίες εβδομάδες γίνονται ολοένα και λιγότερες συμβατικές δημοσκοπήσεις. Μέχρι στιγμής, η πρώην υπ. Εξωτερικών τα κατάφερνε καλύτερα στις συμβατικές δημοσκοπήσεις συγκριτικά με τις διαδικτυακές. Ομως τον τελευταίο μήνα δεν έχουν γίνει τέτοιους είδους δημοσκοπήσεις και το προβάδισμα της Κλίντον εμφανίζεται να εξασθενεί.

Γιατί άραγε ο Τραμπ τα καταφέρνει καλύτερα με τις διαδικτυακές σφυγμομετρήσεις; Και είναι πάντα σωστές; Η βασική θεωρία για την κατάκτηση των διαδικτυακών δημοσκοπήσεων από τον Τραμπ είναι ότι όσοι ψηφίζουν σε αυτές αποκαλύπτουν πιο εύκολα την επιλογή ενός αμφιλεγόμενου υποψηφίου από ό,τι απαντώντας «κατά πρόσωπο» ή ακόμη και τηλεφωνικώς. Η αλήθεια είναι ότι αυτό δεν είναι κάτι νέο για τον Τραμπ, που τα κατάφερνε πολύ καλύτερα στις διαδικτυακές δημοσκοπήσεις συγκριτικά με τις συμβατικές κατά τη διάρκεια των προκριματικών εκλογών από την αρχή μέχρι το τέλος της περιόδου.

Οπως τονίζει ο Τόμας Εντσαλ, των New York Times, τίποτα δεν μπορεί να αποκλείσει ο Τραμπ να διαψεύσει και τις παραδοσιακές δημοσκοπήσεις, που δίνουν προβάδισμα στην Κλίντον. Μετά την ουσιαστική ολοκλήρωση της περιόδου των προκριματικών εκλογών είναι μάλλον βέβαιο ότι οι τηλεφωνικές δημοσκοπήσεις θα αποδειχθούν πιο αξιόπιστες από τις διαδικτυακές. Ωστόσο, το προβάδισμα του Τραμπ στις διαδικτυακές σφυγμομετρήσεις είναι πολύ λιγότερο σαφές στις γενικές εκλογές από ό,τι στις προκριματικές εκλογές.

Πού κρίνεται η διαφορά

Η βασική διαφορά ανάμεσα στις διαδικτυακές δημοσκοπήσεις και τις συμβατικές είναι ότι στις πρώτες υπάρχουν πολύ περισσότεροι αναποφάσιστοι ψηφοφόροι, ενώ αντιθέτως στις συμβατικές οι ψηφοφόροι εμφανίζονται να είναι υπέρ του ενός ή υπέρ του άλλου ψηφοφόρου, ενώ οι ψηφοφόροι έχουν λιγότερες πιθανότητες να επιλέξουν «δεν ξέρω» ή «κανέναν» ή «κάποιον άλλο» στις συμβατικές δημοσκοπήσεις. Και γιατί υπάρχουν τόσο πολλοί αναποφάσιστοι ψηφοφόροι; Γι’ αυτό ευθύνεται ο τρόπος που θέτουν οι δημοσκόποι τις ερωτήσεις τους. Ας λάβουμε υπόψη μία τυπική δημοσκόπηση NBC News/Wall Street Journal που θέτει το ερώτημα «Αν γίνονταν σήμερα εκλογές και ο Ντόναλντ Τραμπ ήταν ο υποψήφιος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και η Χίλαρι Κλίντον του Δημοκρατικού, ποιον θα ψηφίζατε;». Είναι σαφές ότι το «αναποφάσιστος», «άλλον», «δεν ξέρω» δεν αποτελούν επιλογές. Ο δημοσκόπος μπορεί να τις καταγράψει και να εξαγάγει τα συμπεράσματά του. Ομως η κατάσταση είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα γι’ αυτόν που κάνει μια διαδικτυακή δημοσκόπηση. Μπορεί να έχει εναλλακτικές απαντήσεις όπως «δεν ξέρω» ή «δεν αποφάσισα». Αν δεν τις περιλάβει στο ερωτηματολόγιό του, οι πραγματικά αναποφάσιστοι ψηφοφόροι μπορεί να δώσουν μια παραπλανητική απάντηση ή απλώς να μην απαντήσουν καθόλου.