ΚΟΣΜΟΣ

Νέα κόντρα AfD με μουσουλμάνους της Γερμανίας

24s7germ

ΒΕΡΟΛΙΝΟ. Με αλληλοκατηγορίες για παραβίαση βασικών αρχών του συντάγματος διακόπηκε την Κυριακή η συνάντηση της ηγεσίας του ξενοφοβικού κόμματος AfD με αντιπροσωπεία του κεντρικού συμβουλίου μουσουλμάνων της Γερμανίας. Οι μουσουλμάνοι της Γερμανίας κατηγορούν την ΑfD ότι πολιτεύεται στιγματίζοντας μια ολόκληρη θρησκεία, «όπως συνέβη στις σκοτεινότερες στιγμές της γερμανικής ιστορίας».

«Η AfD δεν άφησε καμία αμφιβολία ότι θα συνεχίσει να ακολουθεί τον δρόμο του λαϊκισμού, της δυσφήμισης και της προκατάληψης», είπε ο επικεφαλής του συμβουλίου των μουσουλμάνων Αϊμάν Μαζιέκ μετά τη συνάντηση. «Απαίτησαν από εμάς να ανακαλέσουμε ένα δημοκρατικά εγκεκριμένο κομματικό πρόγραμμα», είπε η επικεφαλής της AfD Φράουκε Πέτρι.

Στις πρόσφατες εσωκομματικές διεργασίες για τον καθορισμό του προγράμματος επικράτησε η σκληρή γραμμή, με αναφορές όπως «το Ισλάμ δεν ταιριάζει στη Γερμανία» και καλέσματα για απαγόρευση της ανέγερσης μιναρέδων και του καλύμματος του προσώπου. Την περασμένη εβδομάδα, η AfD συνέπραξε με την αντιισλαμική Pegida για να εμποδίσει την κατασκευή τζαμιού στην Ερφούρτη.

Η πιο μετριοπαθής πτέρυγα του κόμματος υποστηρίζει ότι τα βέλη του κόμματος δεν πρέπει να στραφούν κατά του Ισλάμ γενικώς, αλλά κατά του τζιχαντισμού. Ο Γεργκ Μόιθεν, που μοιράζεται την προεδρία του κόμματος με την Πέτρι, δήλωσε χθες ότι δεν έχει αντιρρήσεις για την ανέγερση τζαμιών στη Γερμανία. «Τα τζαμιά είναι τόποι λατρείας. Απλώς πρέπει να κοιτάζουμε πολύ προσεκτικά τι περιλαμβάνει το κήρυγμα. Οι μουσουλμάνοι πρέπει να είναι σε θέση να ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, αλλά ειρηνικά», δήλωσε ο Μόιθεν.

Οι μουσουλμάνοι συλλήβδην γίνονται όλο και συχνότερα θύματα ρατσιστικών επιθέσεων στη Γερμανία, όπως αναφέρει το ετήσιο δελτίο πολιτικά υποκινούμενης βίας, που εξέδωσε το γερμανικό υπουργείο Εσωτερικών. Οι επιθέσεις εναντίον καταλυμάτων προσφύγων πενταπλασιάστηκαν το 2015 σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, ενώ συνολικά τα καταγεγραμμένα ακροδεξιά εγκλήματα αυξήθηκαν κατά 35%, φθάνοντας στα υψηλότερα επίπεδα που έχουν καταγραφεί από τότε που ξεκίνησαν τέτοιου είδους καταγραφές, το 2001.