ΚΟΣΜΟΣ

Το σπίτι της αιώνιας ομορφιάς και των αρωμάτων

to-spiti-tis-aionias-omorfias-kai-ton-aromaton-2136042

Το σούρουπο στους κήπους του Château de La Colle Noire, το γιασεμί και τα τριαντάφυλλα συνθέτουν ένα χαρακτηριστικό μπουκέτο αρωμάτων, ενώ στην επιβλητική πέτρινη κατοικία του 19ου αιώνα, το Προβηγκιανό σαλόνι και η Αιγυπτιακή αίθουσα έχουν επανέλθει στην αρχική τους μορφή.
Θερινό καταφύγιο του Γάλλου κουτουριέ Κριστιάν Ντιόρ τη δεκαετία του 1950 -όταν εκείνος άφηνε ατελιέ, πελάτισσες και μοδίστρες πίσω στην παριζιάνικη Avenue Montaigne-, το «Σπίτι των Αρωμάτων» παίρνει σήμερα μουσειακή μορφή και μοιράζεται την ιστορία του.

Σαράντα χιλιόμετρα από τις Κάννες, στην περιοχή της Γκρας, την «κοιτίδα» της γαλλικής αρωματοποιίας, το Château de La Colle Noire, χτισμένο το 1858, ήταν μέρος ενός μεγάλου κτήματος με δικό του παρεκκλήσι, το οποίο αγοράστηκε από τον Ντιόρ το 1951. Ο μόδιστρος γνώριζε καλά την περιοχή, έχοντας ζήσει τα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μαζί με τον πατέρα του και την αδελφή του στο κοντινό Callian.

Η αγάπη του για τη νότια Γαλλία και το γιασεμί της οδήγησε τον Ντιόρ στο πρώτο του άρωμα, το θρυλικό νεανικό άρωμα Miss Dior, το οποίο «γεννήθηκε από αυτές τις βραδιές της Προβηγκίας, τις ζωντανές με τις πυγολαμπίδες, όπου το νεαρό γιασεμί συζητά με τη μελωδία της νύχτας και της γης», όπως έλεγε ο ίδιος. Ομως ολόκληρος ο κόσμος των λουλουδιών αποτελούσε σταθερή πηγή έμπνευσης για τον σχεδιαστή -η πρώτη του συλλογή, π.χ., το 1947, γνωστή ως «Corolle», ήταν βασισμένη στα πέταλά τους- λουλούδια, δηλαδή, αντί για τον πόλεμο που μόλις είχε τελειώσει.

Στον πύργο της Colle Noire, αυτή την «απλή, γερή και αξιοπρεπή» κατοικία, όπως τη χαρακτήριζε, ο Ντιόρ αναζητούσε τις παιδικές μνήμες του οικογενειακού του σπιτιού, «Les Rhumbs», στην Granville της Νορμανδίας, εκεί όπου γεννήθηκε το 1905. Για τη μεταμόρφωση της έπαυλης, ο Ντιόρ ζήτησε τη βοήθεια του Andre Svetchine, ο οποίος είχε επίσης επανασχεδιάσει το γνωστό πανδοχείο Colombe d’Or στο χωριό St-Paul-de-Vence.

Η ζωή στην εξοχή γέμιζε από αποδράσεις στο τιμόνι του αγαπημένου Austin Princess και βόλτες με βάρκες. Επισκέπτες όπως ο Πάμπλο Πικάσο, ο Μαρκ Σαγκάλ, ο Ζαν Κοκτό και η αριστοκρατική και εκκεντρική Marie Laure de Noailles -ιδιοκτήτρια με τον σύζυγό της, Σαρλ, της περίφημης βίλας Ντε Νοάιγ στο χωριό Hyeres- συνέτρωγαν με πιρούνια φτιαγμένα από στρείδια και χρησιμοποιούσαν επίχρυσα μπολ για το πλύσιμο των χεριών.

Δεκαετίες μετά, ο οίκος αρωμάτων Dior, μέλος του κολοσσού της πολυτέλειας LVMH Moet Hennessy-Louis Vuitton, επένδυσε στην ανακαίνιση της έπαυλης και των κήπων της, ως φόρο τιμής στον μόδιστρο και στην κληρονομιά του. Οι κραταιοί γαλλικοί οίκοι της πολυτέλειας γνωρίζουν καλά πώς να υπενθυμίζουν στο κοινό τους ότι το savoir faire δεν είναι μόνο υπόθεση μάρκετιnγκ, αλλά κυρίως ιστορίας.

Το Maison de Parfums Dior αγόρασε την κατοικία και τους κήπους το 2013 και οι εργασίες αποκατάστασης ξεκίνησαν το 2015. Ο διακοσμητής εσωτερικών χώρων Yves de Marseille ανέλαβε να αναβιώσει την εκλεκτική ταυτότητα της διακόσμησης μέσα από ένα συνδυασμό 18ου αιώνα ρουστίκ και επίπλων του 19ου αιώνα, Napoleon III. Στις αρχές Μαΐου αμφιτρύωνας στο Château de La Colle Noire ήταν ο Μπερνάρ Αρνό, πρόεδρος του ομίλου LVMH, ο οποίος συνόδευσε τη Σαρλίζ Θέρον -μούσα και «πρόσωπο» του αρώματος J’Adore- στους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους μαζί με τους υπόλοιπους εκλεκτούς 250 καλεσμένους.

Το θέαμα που αντίκρισαν ήταν άκρως εντυπωσιακό: Στους κήπους της κατοικίας πάνω από 10.000 τριανταφυλλιές May Rose, αμυγδαλιές, ελιές και αμπέλια θύμιζαν τον πρώην ιδιοκτήτη.

Η αναγέννηση της κατοικίας έφερε νέο άνεμο και στα αρώματα του οίκου, τα οποία θα παράγονται στο εξής στο Domaine des Fontaines Parfumées, στο κέντρο της Γκρας, υπό τον αρωματοποιό Francois Demachy, «μύτη» του οίκου από το 2006.

Ο Demachy μεγάλωσε στην περιοχή και κολυμπούσε στη λίμνη Σαν Κασιέν, κοντά στον «Πύργο Ντιόρ», όπως αποκαλούσαν την κατοικία οι ντόπιοι. «Αυτό και μόνο δείχνει την απήχηση που είχε στην περιοχή. Η παρουσία του σημάδευε τους ανθρώπους», λέει ο ίδιος.

«Οταν άρχισα να εργάζομαι στον Dior πριν από δέκα χρόνια, υπήρχε μια δυνατή επιθυμία για τη δημιουργία κριτηρίων αριστείας», συνεχίζει ο Demachy. «Πιστεύω ότι ένας μεγάλος οίκος αρωμάτων όπως ο Dior πρέπει να χρησιμοποιεί εμβληματικά προϊόντα, σε αυτή την περίπτωση τα εξαιρετικά αρωματικά λουλούδια της Γκρας».

Εδώ, για ένα κιλό γιασεμί χρειάζονται 8.000 με 10.000 άνθη, ενώ 700 κιλά λουλουδιών από γιασεμί χρησιμοποιούνται για ένα λίτρο absolute (καθαρό αιθέριο έλαιο). Σήμερα περίπου 10% του πληθυσμού της Γκρας εργάζεται στον τομέα της αρωματοποιίας και νέοι καλλιεργητές φυτεύουν τριαντάφυλλα May Rose και το γιασεμί Jasmine grandiflorum. Αν και η παραγωγή του May Rose το 1939 έφτανε τους 2.000 τόνους και το 2010 μόλις τους 76,6, η τοπική βιομηχανία βρίσκεται σε ένα νέο δημιουργικό κεφάλαιο. Προτεραιότητα πάντα έχει ο συνδυασμός εξαιρετικών πρώτων υλών και τεχνογνωσίας.

«Η μετατροπή πρώτων υλών είναι αυτό που έκανε πάντα την Γκρας να ξεχωρίζει. Και είναι επίσης αυτό που καθορίζει το κόστος των προϊόντων της περιοχής, το οποίο ήταν πάντα ψηλό. Ακόμα και όταν τα εργατικά χέρια ήταν φθηνότερα πριν από 150 χρόνια, χρειάζονταν πολλοί ειδικοί για τη δημιουργία ενός προϊόντος απαράμιλλης ποιότητας. Η έννοια της “πολυτέλειας” υπήρχε από τότε», λέει ο Demachy, ο οποίος σήμερα συνεργάζεται με δύο παραγωγούς αρωματικών λουλουδιών της περιοχής, την Carole Biancalana του Domaine de Manon και την Armelle Janody από το Clos De Callian.

Στο μεταξύ, αν και η επιθυμία του Ντιόρ για μια φυτεία λουλουδιών στην έπαυλη δεν γράφτηκε ποτέ σε χαρτί, το όνειρό του παραμένει αποτυπωμένο στη γη.

«Ολόκληρη η ιδιοκτησία κάλυπτε πάνω από 50 εκτάρια. Σίγουρα δημιούργησε έναν καταπληκτικά διαμορφωμένο κήπο, αλλά επίσης φύτεψε ολόκληρα χωράφια με λουλούδια και δέντρα με σκοπό να τα θερίσει», αναφέρει ο Demachy. «Φαντάζεται κανείς ότι, αν είχε ζήσει, τα χωράφια με τα May Roses, Jasminum grandiflorum και λεβάντας θα προορίζονταν για τα αρώματα Dior. Μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο Ντιόρ καλλιεργούσε τη γη και μάζευε τριαντάφυλλα μαζί με την αδερφή του».

«Γνωρίζουμε ότι την περίοδο 1956-1957 ο κήπος ήταν μια πραγματική Εδέμ γεμάτη λουλούδια», λέει ο Philippe Deliau, αρχιτέκτονας τοπίου και ιδρυτής του Atelier Lieux et Paysages, ο οποίος δούλεψε με τον Demachy. Ο πύργος είναι η δεύτερη συνεργασία του με την LVMH, μετά την αποκατάσταση του κήπου Jardin d’Acclimatation στο δάσος της Βουλώνης από τη Fondation Louis Vuitton και τον σταρ-αρχιτέκνονα Φρανκ Γκέρι. «Η ιδέα ήταν να δημιουργήσουμε ξανά έναν πολύτιμο κήπο με μια πραγματικά κομψή σύνθεση, που θα καθρέφτιζε τον Κριστιάν Ντιόρ», λέει ο ίδιος για το πρότζεκτ στη νότια Γαλλία.

Μαζί με τον Demachy φύτεψαν στη σκιά της νότιας αυλής 600 κρίνους -το αγαπημένο λουλούδι του Ντιόρ-, ίριδες αλλά και τριαντάφυλλα Granville. Η δουλειά τους βασίστηκε σε λεπτομερή σχεδιασμό αλλά και μια αίσθηση ελευθερίας του τοπίου.

«Πρόκειται για ένα καταπληκτικό μέρος, πάνω απ’ όλα επειδή μας θυμίζει ότι ο Ντιόρ κυριολεκτικά έβαλε τα χέρια του στο χώμα και άφησε τη φαντασία του να καλπάσει», συνεχίζει ο Deliau. «Φιλοδοξούσε να σχεδιάσει έναν υπέροχο διακοσμητικό κήπο και μια λίμνη 41 μέτρων. Ο κήπος ήταν σαν ένα πολύτιμο κόσμημα που αναδεικνυόταν μέσα από το υπόλοιπο κτήμα».

Στο αγαπημένο αυτό μέρος έγραψε ο Ντιόρ την αυτοβιογραφία του, «Ο Christian Dior κι εγώ». «Σκέφτομαι αυτό το σπίτι ως το πραγματικό μου σπίτι, στο οποίο κάποια μέρα, αν θέλει ο Θεός, θα αποσυρθώ. Το σπίτι όπου ίσως να μπορέσω να ξεχάσω τον Christian Dior, τον couturier, και να γίνω πάλι ο Christian», έλεγε ο ίδιος.

Η επιθυμία αυτή δεν πραγματοποιήθηκε. Οι εργασίες δεν είχαν τελειώσει πλήρως όταν εκείνος πέθανε από καρδιακή προσβολή στα 51 του, το 1957. Τη μνήμη του τιμούν ακόμα οι κάτοικοι του χωριού με μια λειτουργία στο παρεκκλήσι κάθε Αύγουστο.

Το «Σπίτι των Αρωμάτων» σήμερα ξανανοίγει και υποδέχεται το κοινό. Για εκείνους που ο δρόμος δεν οδηγεί ακόμα στην Γκρας, τα αρώματά της συμπυκνώνονται στο μίνιμαλ μπουκάλι του «La Colle Noire», το νεότερο άρωμα της σειράς La Collection Privée Christian Dior.