ΚΟΣΜΟΣ

Τουρκία, ο Μεγάλος Ασθενής του ΝΑΤΟ

toyrkia-o-megalos-asthenis-toy-nato-2143924

Στις πρώτες δηλώσεις του από το αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης τα ξημερώματα της 16ης Ιουλίου, ο Ταγίπ Ερντογάν χαρακτήρισε την απόπειρα πραξικοπήματος «ουρανόπεμπτο δώρο», που προσέφερε την ευκαιρία για ριζική εκκαθάριση του στρατεύματος από τον «ιό» του Φετουλάχ Γκιουλέν. Η αξιοποίηση αυτής της ευκαιρίας υπήρξε ανελέητη. O Τούρκος πρόεδρος εξαπέλυσε σαρωτικό κύμα εκκαθαρίσεων όχι μόνο στο στρατό, αλλά σε όλη την κλίμακα του κρατικού μηχανισμού, συλλαμβάνοντας ή θέτοντας σε διαθεσιμότητα δεκάδες χιλιάδες δικαστές, αστυνομικούς και εκπαιδευτικούς, βάσει καταλόγων προγραφών, που προφανώς προϋπήρχαν του στρατιωτικού κινήματος.

Η κήρυξη της χώρας σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης έδωσε τη δυνατότητα στον Τούρκο πρόεδρο και τον πρωθυπουργό Μπιναλί Γιλντιρίμ να κυβερνούν με διατάγματα και να παρακάμπτουν τις συνήθεις εγγυήσεις του κράτους δικαίου. Βεβαίως, δύσκολα μπορεί να επικρίνει κανείς την κυβέρνηση μιας χώρας που μόλις βγήκε από ένα αιματηρό στρατιωτικό κίνημα, με περισσότερους από 300 νεκρούς, για την κήρυξη κατάστασης εκτάκτου ανάγκης επί τρεις μήνες. Η Γαλλία έπραξε το ίδιο τον Νοέμβριο του 2015 έπειτα από μια τρομοκρατική επίθεση και θα βρίσκεται σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης μέχρι τον Ιανουάριο του 2017.

Ωστόσο, η πλούσια προϊστορία αυταρχικών μέτρων του Ερντογάν δικαιολογεί τη μέγιστη καχυποψία.

Ο στόχος

Προσπαθώντας να καθησυχάσει την κοινή γνώμη, ο Τούρκος πρόεδρος διαβεβαίωσε ότι οι δημοκρατικές ελευθερίες δεν θα τεθούν υπό αμφισβήτηση και ότι μοναδικός στόχος του είναι το «παράλληλο κράτος». Για την εμπλοκή του δικτύου Γκιουλέν στο πραξικόπημα δεν αμφιβάλλουν ούτε οι επικριτές του Ερντογάν. Αντιπολιτευόμενα έντυπα, όπως η Hurriyet, κατονόμασαν ως μέλη του δικτύου Γκιουλέν στρατιωτικούς που έπαιξαν ρόλο-κλειδί στο αποτυχημένο κίνημα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ο ταξίαρχος Ντισλί και ο αντισυνταγματάρχης Τουρκάν, που συνέλαβαν τον αρχηγό του γενικού επιτελείου, στρατηγό Ακάρ, ο ταξίαρχος Αϊντογκτντού, που κατέβασε τα τεθωρακισμένα στη γέφυρα του Βοσπόρου και οι φρουροί των αρχηγών Αεροπορίας, Ναυτικού και Στρατοχωροφυλακής, οι οποίοι συνέλαβαν τους αξιωματικούς που υποτίθεται ότι φρουρούσαν. Ολα δείχνουν ότι το πραξικόπημα υπήρξε προϊόν συνέργειας του δικτύου Γκιουλέν, υπολειμμάτων του κεμαλικού «βαθέος κράτους» και τυχοδιωκτών αξιωματικών.

Αξιοσημείωτη εξέλιξη αποτελεί η αμέριστη υποστήριξη του εθνικιστικού κόμματος ΜΗΡ (Γκρίζοι Λύκοι) στον Ερντογάν. Ο ηγέτης του ΜΗΡ, Ντεβλέτ Μπαχτσελί, υποστήριξε την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και την πρόταση για επαναφορά της θανατικής ποινής. Η πιθανότητα ανάδυσης μιας συντηρητικής-εθνικιστικής συμμαχίας του κυβερνώντος ΑΚΡ με το ΜΗΡ (συμμαχίας που θα μπορούσε να στηρίξει το σχέδιο Ερντογάν για ισχυρό προεδρικό πολίτευμα) φαίνεται ισχυρή και καθόλου καθησυχαστική για τους γείτονες της Τουρκίας.

Οι κεμαλιστές

Σε λεπτή θέση βρίσκεται το κεμαλικό CHP. Παρότι καταδίκασε από την πρώτη στιγμή το πραξικόπημα, είναι υποχρεωμένο, λόγω των παραδοσιακών σχέσεών του με τη στρατοκρατία, να δίνει εξετάσεις νομιμοφροσύνης. Πάντως, το CHP έχει αναγγείλει διαδήλωση στην πλατεία Ταξίμ της Κωνσταντινούπολης για απόψε, με βασικό σύνθημα την υποστήριξη της δημοκρατίας και υπόρρητο μήνυμα ότι δεν δίνει λευκή επιταγή.

Σε κάθε περίπτωση, οι μεγάλες πληγές που άνοιξε το αποτυχημένο πραξικόπημα δεν θα κλείσουν εύκολα. Πρώτη φορά στην ιστορία του νεώτερου τουρκικού κράτους, ο στρατός άνοιξε πυρ εναντίον άοπλων Τούρκων πολιτών στα δύο μεγαλύτερα αστικά κέντρα (προφανώς, οι Κούρδοι δεν περιλαμβάνονται σε αυτόν τον απολογισμό). Επιπλέον, πρώτη φορά στρατός άνοιξε πυρ εναντίον στρατού, ελικόπτερο των στασιαστών κατερρίφθη από F-16 των νομιμοφρόνων, ενώ το κοινοβούλιο, τα αρχηγεία της Κρατικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΜΙΤ) και της Αστυνομίας, όπως και το προεδρικό μέγαρο, βομβαρδίστηκαν.

Με το ένα τρίτο των στρατηγών, πτεράρχων και ναυάρχων του στη φυλακή, ο τουρκικός στρατός έχει κλονιστεί βαθύτατα. Τεράστια ερωτήματα εγείρει η επιβεβαιωμένη, πλέον, αποκάλυψη ότι η ΜΙΤ έμαθε για κινήσεις πραξικοπήματος στις 3 μ.μ. της Παρασκευής, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ ειδοποιήθηκε στις 4 μ.μ., αλλά ο Ερντογάν το έμαθε μόλις στις 8 μ.μ., από τον… γαμπρό του, υπουργό Ενέργειας. Ολα αυτά δίνουν την εικόνα μιας Τουρκίας στο όριο του «αποτυχημένου κράτους», μια χώρα που κινδυνεύει να επιστρέψει στον ρόλο του Μεγάλου Ασθενούς της Ευρώπης.

Οι κραδασμοί

Στο μεταξύ, το αποτυχημένο πραξικόπημα προκαλεί έντονους κραδασμούς στις σχέσεις Αγκυρας – Ουάσιγκτον. Σε συνέντευξή του στο Al Jazeera, τη νύχτα της Τετάρτης, ο Ερντογάν άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο ανάμειξης «ξένων χωρών» στο στρατιωτικό κίνημα, χωρίς να τις κατονομάσει. Νωρίτερα, ο υπουργός Εργασίας Σουλεϊμάν Σοϊλού είχε «δείξει» τις ΗΠΑ, επικαλούμενος το γεγονός ότι φιλοξενούν από το 1999 στην Πενσιλβάνια τον Φετουλάχ Γκιουλέν. Πέραν από το τουρκικό αίτημα για έκδοση του Γκιουλέν, αγκάθι στις σχέσεις μεταξύ των δύο συμμάχων αποτελεί το γεγονός ότι η αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ, που χρησιμοποιείται από το ΝΑΤΟ στις επιθέσεις εναντίον του Ισλαμικού Κράτους, έπαιξε σημαντικό ρόλο στο πραξικόπημα, ενώ μετά την αποτυχία του, ο διοικητής της, πτέραρχος Μπεκίρ Ερκάν Βαν, ζήτησε (αλλά δεν έλαβε) άσυλο στις ΗΠΑ.

Δυσφορία στην Αγκυρα προκάλεσε και το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον άργησε να πάρει ξεκάθαρη θέση υπέρ της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης (ο πρόεδρος Ομπάμα έκανε σχετική δήλωση γύρω στις 2 π.μ. του Σαββάτου, τέσσερις ώρες μετά την ανοιχτή εκδήλωση του πραξικοπήματος), δημιουργώντας την εντύπωση ότι περίμενε να δει πού θα γείρει η πλάστιγγα. Πάντως ουδείς ανώτερος Τούρκος αξιωματούχος έχει διατυπώσει ευθέως υπόνοιες για αμερικανικό δάκτυλο, ενώ δεν μπορεί να λησμονήσει κανείς, ούτε βέβαια ο Ταγίπ Ερντογάν, ότι ήταν το CNN Turk που του έδωσε τη δυνατότητα να απευθυνθεί στον κόσμο και να τον καλέσει να κατέβει στους δρόμους όταν ακόμη η υπόθεση κάθε άλλο παρά είχε κριθεί.

Η στροφή

Αρκετοί αναλυτές πιθανολογούν μια κάποια στροφή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής προς τη Ρωσία και το Ιράν, δύο χώρες που καταδίκασαν το πραξικόπημα από την πρώτη στιγμή. Μάλιστα, ιρανικά και αραβικά μέσα ενημέρωσης υποστηρίζουν ότι ήταν η ρωσική υπηρεσία Πληροφοριών (FSB) εκείνη που ειδοποίησε τη ΜΙΤ για περίεργες κινήσεις στο τουρκικό στράτευμα, έχοντας υποκλέψει επικοινωνίες μέσω της ρωσικής βάσης στη Λαττάκεια της Συρίας. Ερντογάν και Πούτιν θα συναντηθούν το πρώτο δεκαήμερο του Αυγούστου, για να συνεχίσουν τη διαδικασία ομαλοποίησης που εγκαινιάστηκε πριν από το πραξικόπημα, με τη «συγγνώμη» του Ερντογάν για την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους στα συροτουρκικά σύνορα.

Η σύλληψη των δύο Τούρκων πιλότων που κατέρριψαν το ρωσικό αεροσκάφος, λόγω υποψιών ότι σχετίζονται με το δίκτυο Γκιουλέν, προφανώς θα βοηθήσει τη συνάντηση Ερντογάν – Πούτιν, όπου σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες ενδέχεται να νεκραναστηθεί και ο περίφημος τουρκικός αγωγός μεταφοράς ρωσικού φυσικού αερίου.

Οι ελιγμοί

Δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί ότι οι ελιγμοί στην εξωτερική πολιτική του Ερντογάν θα ξεπεράσουν τα όρια της άσκησης πίεσης στην Ουάσιγκτον για να φτάσουν σε μια ρήξη, που θα έθετε σε αμφισβήτηση τις παραδοσιακές διεθνείς συμμαχίες της και τον ρόλο της στο ΝΑΤΟ. Αλλωστε, ο Τούρκος πρόεδρος έσπευσε να δώσει την άδεια στους Αμερικανούς να χρησιμοποιήσουν εκ νέου τη βάση του Ιντσιρλίκ, μετά τη σύλληψη των πραξικοπηματιών, στέλνοντας μήνυμα ότι δεν εννοεί να τραβήξει το σκοινί ώς τα άκρα. Ωστόσο, η κατάσταση στην Τουρκία είναι άκρως ασταθής και κάθε κατηγορηματική πρόβλεψη παρακινδυνευμένη.