ΚΟΣΜΟΣ

Ο γρίφος των αμερικανικών εκλογών και η λύση του

05s9democratic1

«Το όραμα της Χίλαρι είναι ένας κόσμος χωρίς σύνορα όπου οι άνθρωποι της εργασίας δεν θα έχουν δύναμη, δουλειές ή ασφάλεια». Το συγκεκριμένο «τιτίβισμα» του Ντόναλντ Τραμπ στις 28 Ιουλίου, με τους σαφείς ξενοφοβικούς υπαινιγμούς, συνοψίζει σε λιγότερους από 140 χαρακτήρες τον ανόθευτο λαϊκισμό που του επέτρεψε –παρά την άγνοια, το ευερέθιστο του χαρακτήρα του, τη σωρεία προκλητικών δηλώσεων– να κατακτήσει το ρεπουμπλικανικό χρίσμα για την προεδρία και να έχει σοβαρές πιθανότητες να εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ.

Στην εκστρατεία του, όπως και σε αυτή των οπαδών του Brexit, ο φόβος των μεταναστών και οι υποσχέσεις περιορισμού των μεταναστευτικών ροών έχουν βρεθεί στο επίκεντρο. Ωστόσο στην περίπτωση των ΗΠΑ δεν έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια έξαρση της μετανάστευσης.

Αντιθέτως, ήδη από την εποχή της δεύτερης θητείας του Τζορτζ Μπους του νεότερου, η καθαρή μετανάστευση Μεξικανών (που αποτελούν τον αγαπημένο στόχο του κ. Τραμπ) προς τις ΗΠΑ είναι αρνητική. Την περίοδο 2009-14, ένα εκατομμύριο Μεξικανοί επέστρεψαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες στη χώρα τους, ενώ μόλις 870.000 κινήθηκαν στην αντίθετη κατεύθυνση. Εκτός από την ύφεση στην αμερικανική οικονομία, σε αυτό συνέβαλε και η αύξηση του ρυθμού των απελάσεων επί προεδρίας Ομπάμα: στο τέλος του 2014, στα 3/4 της οκταετίας, ο κ. Ομπάμα είχε ήδη σπάσει το προηγούμενο ρεκόρ, του προκατόχου του, ξεπερνώντας τα 2 εκατομμύρια απελάσεις.

Ούτε η εγκληματικότητα, που ο κ. Τραμπ έχει κάνει ό,τι μπορεί για να τη συνδέσει με τους μετανάστες, επιβεβαιώνει το αφήγημά του περί μιας κοινωνίας υπό κατάρρευση. Οι δείκτες βίαιων εγκλημάτων έχουν μειωθεί στο μισό στις ΗΠΑ την τελευταία εικοσαετία.

Η βαθύτερη πηγή της οργής

Οι στατιστικές, φυσικά, δεν συμβαδίζουν πάντα με την αίσθηση της κοινής γνώμης. Αλλά η απαισιοδοξία του κόσμου –το 68,5% των Αμερικανών, βάσει του μέσου όρου των τελευταίων δημοσκοπήσεων που υπολογίζει ο ιστότοπος RealClearPolitics, θεωρεί ότι η χώρα κινείται στη λάθος κατεύθυνση– έχει βάση στην πραγματικότητα. Η προδιάθεση τόσων πολλών Αμερικανών, παρά την ανάκαμψη της οικονομίας από τη μεγάλη κρίση του 2007-9 και τη μείωση της ανεργίας κάτω από το 5%, να υιοθετήσουν τη σκοτεινή εικόνα μιας χώρας στα πρόθυρα της διάλυσης που έχει φιλοτεχνήσει με την εκστρατεία του ο κ. Τραμπ, δεν είναι προϊόν μαζικού υπνωτισμού ή ελλειμματικών γνώσεων.

Οπως έχει μνημονευθεί ευρύτατα, τα 35 χρόνια πριν από τη μεγάλη κρίση η ανισότητα των εισοδημάτων εκτοξεύθηκε στις ΗΠΑ, ενώ οι πραγματικές αποδοχές της μεσαίας τάξης έμειναν στάσιμες. Τα ευρήματα του Εμανουέλ Σαέζ –καθηγητή του Berkeley, εκ των κορυφαίων ειδικών στο θέμα της ανισότητας στις ΗΠΑ και πρωτοπόρου των νέων τεχνικών υπολογισμού της μαζί με τον Τομά Πικετί– είναι εύγλωττα.

Σύμφωνα με αυτά τα ευρήματα, το ποσοστό του εθνικού εισοδήματος στα χέρια του πλουσιότερου 1%, αφού μειώθηκε από 23,9% το 1928 σε 8,9% το 1974, εκτοξεύθηκε εκ νέου, ώστε να πλησιάσει το 2007 τα επίπεδα που επικρατούσαν πριν από το Μεγάλο Κραχ. Το ποσοστό του πλουσιότερου 0,01% του πληθυσμού, που είχε ξεπεράσει το 5% το 1928, έπεσε κάτω από 1% κατά τη δεκαετία του 1970, και το 2007 –παραμονές της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης– είχε ξεπεράσει το 6% του εθνικού εισοδήματος.

Τα χρόνια εκείνα, ωστόσο, της ραγδαίας εξάπλωσης του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, η διεύρυνση των δυνατοτήτων δανεισμού απέκρυπτε σε σημαντικό βαθμό τη σκληρή πραγματικότητα της διολίσθησης σε επίπεδα ανισότητας εφάμιλλα της εποχής του laissez-faire. Οι πιστωτικές κάρτες, όπως το είχε θέσει αξιομνημόνευτα ο αρθρογράφος Τζορτζ Γουίλ, είχαν οδηγήσει στον διαχωρισμό της ηδονής της κατανάλωσης από τον πόνο της πληρωμής. Οι πιεσμένες οικογένειες της μεσαίας τάξης μπορούσαν να κρύβουν από τον εαυτό τους ότι έμεναν πίσω. Ακόμα και οι πιο φτωχοί, με τα subprime δάνεια, μπορούσαν να δοκιμάσουν ένα κομμάτι από το αμερικανικό όνειρο, αποκτώντας ένα σπίτι πέρα από τα οικονομικά τους μέσα.

Το τέλος του εύκολου χρήματος διέλυσε αυτές τις ψευδαισθήσεις. Σε αντίθεση με την περίοδο μετά το Μεγάλο Κραχ, η ανάκαμψη μετά την κρίση του 2007-9 δεν έχει συνοδευτεί από μείωση της ανισότητας. Ή μάλλον –για να είμαστε απολύτως ακριβείς– το πλουσιότερο 1% είδε τα εισοδήματά του να μειώνονται κατά 36% κατά τη διετία της ύφεσης, έναντι μόλις 12% για τα χαμηλότερα 9/10 της κατανομής. Αυτή όμως η προσωρινή μείωση της ανισότητας, που σίγουρα δεν έγινε θετικά αισθητή από τους απλούς Αμερικανούς εν μέσω απολύσεων, περικοπών και μαζικών κατασχέσεων, έχει ήδη αντιστραφεί σε σημαντικό βαθμό. Από το 2009 έως το 2015, τα εισοδήματα του πιο εύπορου 1% αυξήθηκαν κατά 24%, έναντι μόλις 4% για τα χαμηλότερα 9/10 της κατανομής.

Ο Γκάρι Μπέρτλες του ινστιτούτου Brookings χαρακτηρίζει την εξέλιξη των μισθών «ένα από τα πιο απογοητευτικά νούμερα» που έχουν προκύψει κατά την περίοδο της ανάκαμψης: «Στα πέντε πρώτα χρόνια της ανάκαμψης, τα ωρομίσθια έχουν αυξηθεί κατά μόλις 2% ετησίως. Υπολογίζοντας τις συνέπειες του πληθωρισμού στα είδη κατανάλωσης, αυτό μεταφράζεται σε μηδενική αύξηση των μισθών».

Τελευταίως, η κατάσταση έχει οριακά βελτιωθεί – «οι εργαζόμενοι έχουν δει τα ωρομίσθιά τους να σκαρφαλώνουν κατά 1,7% ετησίως στη διετία έως τον περασμένο Ιούνιο», σημειώνει ο Μπέρτλες. Αλλά η οργή έχει συσσωρευθεί εδώ και πολλά χρόνια – έναντι των οικονομικά ισχυρών και των πολιτικών και μιντιακών ελίτ που προστατεύουν τα συμφέροντά τους. Το σύστημα –όπως λέει ο κ. Τραμπ αλλά και ο Μπέρνι Σάντερς– μοιάζει να είναι πραγματικά στημένο εις βάρος των απλών ανθρώπων. Και όπως δείχνει η φετινή προεκλογική εκστρατεία, πολλοί από αυτούς είναι αποφασισμένοι να το εκδικηθούν.