ΚΟΣΜΟΣ

Κίνδυνος ανοιχτής σύγκρουσης με τον ιρακινό στρατό

mideast

Ενώ η εκστρατεία του ιρακινού στρατού και των Κούρδων μαχητών Πεσμεργκά για την απελευθέρωση της Μοσούλης από τον ζυγό του Ισλαμικού Κράτους (Ι.Κ.) μπήκε από χθες στη δεύτερη εβδομάδα της, οι εντάσεις μεταξύ Aγκυρας και Βαγδάτης απειλούν να διαρρήξουν τον ετερογενή συνασπισμό εναντίον των τζιχαντιστών.

Ρίχνοντας λάδι στη φωτιά, ο Ταγίπ Ερντογάν επέμεινε στη διάρκεια του Σαββατοκύριακου ότι τα τουρκικά στρατεύματα θα έχουν ενεργό ρόλο στη μάχη της Μοσούλης, παρά την εκφρασμένη αντίθεση της ιρακινής κυβέρνησης. Αμφισβητώντας για νιοστή φορά τη Συνθήκη της Λωζάννης, ο Τούρκος πρόεδρος τόνισε ότι δέχεται «με βαριά καρδιά» τα σύνορα της χώρας του, υπενθυμίζοντας ότι η Μοσούλη ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η εμπρηστική φρασεολογία του Ερντογάν προκαλεί έντονη ανησυχία στην Ουάσιγκτον, όπως προκύπτει από χθεσινό αναλυτικό ρεπορτάζ των New York Times. Η έγκυρη αμερικανική εφημερίδα υπενθυμίζει ότι «η Τουρκία διατηρεί στρατιωτικές δυνάμεις τόσο στη Συρία όσο και στο Ιράκ χωρίς την άδεια καμιάς εκ των δύο κυβερνήσεων» και κάνει λόγο για υπαρκτό κίνδυνο ανοιχτής στρατιωτικής σύγκρουσης με τον ιρακινό στρατό. Αυτό εκτιμά και ο πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, Ζαλμάι Χαλιλζάντ, ο οποίος, με άρθρο του στο περιοδικό The National Interest προειδοποιεί ότι «υπάρχει κίνδυνος για έναν πόλεμο μέσα στον πόλεμο», μεταξύ Τουρκίας και Ιράκ.

Ο Ιρακινός πρωθυπουργός Χάιντερ αλ Αμπάντι ήταν κατηγορηματικός. Αν κινηθούν προς τη Μοσούλη τουρκικά στρατεύματα «δεν θα κάνουν πικνίκ», δήλωσε πρόσφατα. «Eίμαστε έτοιμοι να τους αντιμετωπίσουμε. Αυτό δεν είναι απειλή, είναι ζήτημα εθνικής αξιοπρέπειας για το Ιράκ», προσέθεσε ο Αμπάντι.

Το προηγούμενο τετραήμερο, ο Αμερικανός υπουργός Aμυνας Aστον Κάρτερ είχε διαδοχικές διαβουλεύσεις στην Aγκυρα, τη Βαγδάτη και το Αρμπίλ, έδρα της τοπικής κυβέρνησης του ιρακινού Κουρδιστάν, σε μια προσπάθεια γεφύρωσης του επικίνδυνου ρήγματος μεταξύ των συμμάχων του. Το αποτέλεσμα κρίνεται μάλλον απογοητευτικό. Χθες, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου ισχυρίστηκε ότι η χώρα του συμμετέχει ήδη στη μάχη της Μοσούλης, με βομβαρδισμούς πυροβολικού από την τουρκική βάση στα περίχωρα της Μπασίκα, οι οποίοι (υποτίθεται ότι) έχουν ήδη σκοτώσει 17 μαχητές του Iσλαμικού Κράτους, ενώ τέσσερα τουρκικά F-16 περιμένουν διαταγή να συμμετάσχουν στους βομβαρδισμούς. Λίγο αργότερα, ο Αμπάντι διέψευσε ως «ψευδείς και αβάσιμους» τους ισχυρισμούς του Τσαβούσογλου, επαναφέροντας την κατηγορηματική του αντίθεση στην παραμονή 500 έως 800, ανάλογα με την πηγή, Τούρκων στρατιωτών στην Μπασίκα.

Προβάλλοντας τη σουνιτική Τουρκία ως προστάτιδα δύναμη των Αράβων και Τουρκμενίων σουνιτών στην περιοχή της Μοσούλης, ο Ταγίπ Ερντογάν έρχεται σε μετωπική αντίθεση όχι μόνο με την κυβέρνηση του σιίτη Αμπάντι, αλλά και με τον ισχυρό σύμμαχο του τελευταίου, το Ιράν. Πρώτη φορά χθες, ο Ιρανός πρόεδρος Χασάν Ρουχανί καταδίκασε, εμμέσως πλην σαφώς, τον Ερντογάν, δηλώνοντας ότι «οι επεμβάσεις ξένων δυνάμεων (στο Ιράκ και τη Συρία) με πρόσχημα την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και χωρίς συνεννόηση με τις εθνικές κυβερνήσεις είναι πολύ επικίνδυνη πρακτική». Αντί να αποτελεί μέρος της λύσης, η Τουρκία του Ερντογάν εξελίσσεται σε μέρος του προβλήματος, κινδυνεύοντας να εμπλακεί στη σύγκρουση σουνιτών – σιιτών που συγκλονίζει την ευρύτερη περιοχή, από τη Συρία μέχρι την Υεμένη.