ΚΟΣΜΟΣ

Πολ ντε Γκράουβε: Ακατανίκητη η διαλυτική δυναμική

pol-nte-gkraoyve-akatanikiti-i-dialytiki-dynamiki-2165097

«Ακατανίκητη» μπορεί να αποδειχθεί η διαλυτική δυναμική στην Ευρωζώνη στον απόηχο του ιταλικού δημοψηφίσματος, δηλώνει στην «Κ» ο καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας του London School of Economics, Πολ ντε Γκράουβε.

Η ιταλική τραπεζική κρίση απαιτεί «μια κυβέρνηση που να μπορεί να δράσει», σημειώνει ο βετεράνος Βέλγος οικονομολόγος. «Στον βαθμό που θα υπάρχουν αμφιβολίες για την ικανότητα αυτή της κυβέρνησης, η κρίση στις τράπεζες θα επιδεινώνεται».
Για τον Ντε Γκράουβε, η μέθοδος του bail-in δεν αρκεί για την αντιμετώπιση της κατάστασης: «Το ιταλικό κράτος θα πρέπει να διασώσει κάποιες από αυτές τις τράπεζες, ίσως και να τις εθνικοποιήσει. Αυτό θα αυξήσει περαιτέρω το ιταλικό δημόσιο χρέος, ενδεχομένως προκαλώντας δημοσιονομική κρίση. Αυτό αναδεικνύει το γεγονός ότι δεν έχουμε ακόμη πραγματική τραπεζική ένωση στην Ευρωζώνη, που θα επέτρεπε μια κοινή αντιμετώπιση του προβλήματος».

Το ιταλικό ζήτημα, σημειώνει ο Ντε Γκράουβε, φέρνει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ενώπιον ενός επώδυνου διλήμματος. «Αν ενεργοποιήσει το OMT (Outright Monetary Transactions, το πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων χωρίς ποσοτικούς περιορισμούς), είναι προϋπόθεση να υπογράψει η Ιταλία πρόγραμμα διάσωσης, με αυστηρά μέτρα λιτότητας.

Αν συμβεί αυτό, θα είναι θανατηφόρο για την ιταλική οικονομία και θα αυξήσει ακόμα περισσότερο τις πιθανότητες στις επόμενες εκλογές να επικρατήσουν πολιτικές δυνάμεις που τάσσονται κατά του ευρώ. Αν, από την άλλη, χορηγήσει ρευστότητα στην Ιταλία χωρίς αυστηρά μέτρα λιτότητας, ο κίνδυνος είναι να αποξενώσει τη Γερμανία και να ενισχύσει τα γερμανικά ευρωσκεπτικιστικά κόμματα».

Αντιθέτως, ο καθηγητής του LSE θεωρεί ότι δεν είναι υψηλός ο κίνδυνος διάλυσης της Ε.Ε. συνολικά. «Ακόμα κι αν εκλεγεί η Λεπέν στη Γαλλία, που δεν το θεωρώ πιθανό, οι Γάλλοι ψηφοφόροι δεν θα ψήφιζαν υπέρ της αποχώρησης από την Ε.Ε.».

Εκφράζει μάλιστα την άποψη ότι η αποχώρηση της Βρετανίας, στη σκληρή της μάλιστα εκδοχή, που θεωρεί ότι θα επικρατήσει, «δυνητικά θα ωφελήσει» την Ενωση. «Οι Βρετανοί πάντα ήταν ένας παράγοντας ανάσχεσης της περαιτέρω ενοποίησης, ακόμα και ένας παράγοντας αποδόμησης της Ε.Ε., λόγω της στήριξής τους στη διακυβερνητική μέθοδο λήψης αποφάσεων».

Για την ελληνική υπόθεση, εκτιμά πως είναι «πιθανότατα» λάθος να υποχρεωθεί η ελληνική κυβέρνηση να πετύχει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ «ακόμα και για ένα μόνο χρόνο». Η ευελιξία των εταίρων προς την Ελλάδα, όπως αναφέρει, θα εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό από τα αποτελέσματα των εκλογικών αναμετρήσεων σε σειρά σημαντικών κρατών-μελών το 2017, με τελευταία και κρισιμότερη αυτή της Γερμανίας. «Αν ενισχυθούν τα εθνικιστικά κόμματα, δεν βλέπω να αλλάζει ουσιωδώς η στάση των Ευρωπαίων», λέει.

Η παγκοσμιοποίηση

Ο Ντε Γκράουβε θεωρεί ότι η Ε.Ε. «έχει αντιδράσει πολύ άσχημα» στην πρόκληση του λαϊκισμού και του οικονομικού εθνικισμού. Η παγκοσμιοποίηση «έχει δημιουργήσει πολύ πλούτο, ο οποίος όμως έχει διανεμηθεί πολύ άνισα. Χρειάζονται πολιτικές αναδιανομής και αποζημίωσης των χαμένων». Στην Ευρώπη «έχουμε κινηθεί στην αντίθετη κατεύθυνση. Και αυτό είναι σε σημαντικό βαθμό προϊόν αποφάσεων σε εθνικό επίπεδο, αλλά η Ε.Ε. με τις πολιτικές της –ειδικά την ατζέντα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που προωθεί– έχει αυξήσει τις απώλειες όσων πλήττονται από την παγκοσμιοποίηση. Η μείωση των επιδομάτων ανεργίας, η διευκόλυνση των απολύσεων, χτυπάει για δεύτερη φορά όσους έχουν ήδη πληγεί από την ύφεση και στρέφει τους πολίτες κατά της Ε.Ε.».

Γράφοντας στο blog του τον Οκτώβριο, ο Ντε Γκράουβε –διαχρονικά υποστηρικτής των διεθνών εμπορικών συμφωνιών– τάχθηκε υπέρ ενός μορατόριουμ σε κινήσεις περαιτέρω απελευθέρωσης του διεθνούς εμπορίου. Πέρα από το προαναφερθέν ζήτημα των διανεμητικών συνεπειών, υπό τις υφιστάμενες πολιτικές, τόνιζε στο κείμενό του και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των σύγχρονων αλυσίδων παραγωγής, με τη μεταφορά προϊόντων σε διαφορετικές χώρες ώσπου να πάρουν την τελική τους μορφή.

«Χωρίς μέτρα για να ελεγχθεί το περιβαλλοντικό κόστος και να ενισχυθεί η κοινωνική συναίνεση υπέρ της παγκοσμιοποίησης, δεν έχουν νόημα νέες εμπορικές συμφωνίες», σημειώνει.