ΚΟΣΜΟΣ

Ο «Μεγάλος Συνασπισμός»

o-megalos-synaspismos-2168925

Το τέλος της εποχής Αντενάουερ με την παραίτηση του γηραιού ηγέτη από την καγκελαρία το 1963 θα σηματοδοτούσε την απαρχή αλλαγών στη δυτικογερμανική πολιτική, παρά το γεγονός ότι τον διαδέχθηκε ο μέχρι τότε υπουργός του των Οικονομικών Λούντβιχ Ερχαρτ, ο οποίος επανεξελέγη στις εκλογές του 1965. Η πρώτη αλλαγή αφορούσε την αρχή του τέλους της παντοδυναμίας της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης (CDU), η οποία κυριαρχούσε στην πολιτική σκηνή της Δυτικής Γερμανίας από την ίδρυσή της το 1949. Η κυβέρνηση «Μεγάλου Συνασπισμού» του 1966 θα έβαζε τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD) στην κυβέρνηση για πρώτη φορά μετά τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και θα τους άνοιγε τον δρόμο για την κορυφή της εξουσίας τρία χρόνια αργότερα. Η δεύτερη αλλαγή αφορούσε τη γέννηση της Οστπολιτίκ (Ostpolitik). Η αποχώρηση από την κεντρική πολιτική σκηνή του Κόνραντ Αντενάουερ, γνήσιου τέκνου του Ψυχρού Πολέμου, θα επέτρεπε το άνοιγμα της Βόννης προς τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, με κύριο υποκινητή τον Βίλι Μπραντ, από τη θέση του υπουργού Εξωτερικών και αντικαγκελαρίου της κυβέρνησης «Μεγάλου Συνασπισμού» (και βέβαια από τη θέση του καγκελαρίου μετά το 1969).

Η κρίση και η ρήξη στην παραδοσιακή συνεργασία CDU-FDP

Ο Ερχαρτ, που ως υπουργός εθεωρείτο ο πατέρας του «γερμανικού οικονομικού θαύματος» της δεκαετίας του 1950, ανέλαβε καγκελάριος το 1963, κέρδισε τις κοινοβουλευτικές εκλογές του 1965 και την άνοιξη του 1966 έγινε πρόεδρος της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης, αντικαθιστώντας και εκεί τον 90ετή πλέον Αντενάουερ, που είχε παραμείνει στο τιμόνι του κόμματος και μετά την παραίτησή του από την καγκελαρία. Οι εξελίξεις των επόμενων μηνών, ωστόσο, δεν θα ευνοούσαν τον Ερχαρτ και την κυβέρνησή του.

Η αρχή έγινε με το «σκάνδαλο της αεροπορίας», που αν και είχε τις ρίζες του σε επιλογές των προηγούμενων κυβερνήσεων, πήρε μεγάλες διαστάσεις τον Αύγουστο του 1966, λόγω και των σχετικών δημοσιευμάτων του περιοδικού Der Spiegel. Το 1958 η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αποφάσισε να παραγγείλει περισσότερα από 900 μαχητικά αεροσκάφη αμερικανικής κατασκευής τύπου F-104G Starfighters, τα οποία ξεκίνησε να παραλαμβάνει από το 1962. Η επιλογή του συγκεκριμένου τύπου αεροσκάφους θεωρήθηκε πολιτική, αφού οι επιτελείς της αεροπορίας είχαν θεωρήσει καταλληλότερο το γαλλικό Mirage III, ενώ για την παραγγελία μέλη της κυβέρνησης και ο ίδιος ο υπουργός Αμυνας Φραντς-Γιόζεφ Στράους κατηγορήθηκαν για χρηματισμό 10 εκατομμυρίων δολαρίων, κατηγορία που δεν αποδείχθηκε. Οι υπόνοιες για μίζες έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα, όταν ήταν σαφές πλέον ότι τα αεροσκάφη ήταν ελαττωματικά, αφού συντρίβονταν το ένα μετά το άλλο (μόνον το 1965 έπεσαν 27), με θύματα ιπτάμενους αξιωματικούς, κάποιοι εκ των οποίων ήταν επιτελείς του υπουργείου Αμυνας. Στις επόμενες δυόμισι δεκαετίες χάθηκαν περίπου 300 αεροσκάφη Starfighters (το ένα τρίτο της αρχικής τεράστιας παραγγελίας), παρασύροντας στον θάνατο 116 πιλότους.

Ωστόσο, ήταν η οικονομική πολιτική που έφερε το τέλος της καγκελαρίας του Ερχαρτ, με τη ρήξη στη συνεργασία Χριστιανοδημοκρατών – Ελεύθερων Δημοκρατών. Οι Ελεύθεροι Δημοκράτες (FDP) θεωρούνταν ιδεολογικά συγγενές πολιτικό κόμμα με τους Χριστιανοδημοκράτες στο πλαίσιο της Κεντροδεξιάς και η συνεργασία τους στην κυβέρνηση μετρούσε ήδη πέντε χρόνια από τις εκλογές του 1961. Το φθινόπωρο του 1966, ο καγκελάριος πρότεινε έκτακτη φορολογία για να αντιμετωπίσει το δημόσιο έλλειμμα, ύψους 4 δισεκατομμυρίων μάρκων, όμως οι Ελεύθεροι Δημοκράτες αρνήθηκαν να τον υποστηρίξουν και οι τέσσερις υπουργοί του FDP που συμμετείχαν στην κυβέρνηση παραιτήθηκαν στις 27 Οκτωβρίου. Ετσι, οι Χριστιανοδημοκράτες με 245 έδρες, έναντι 202 των Σοσιαλδημοκρατών και 49 των Ελεύθερων Δημοκρατών, έχασαν την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο (Bundestag).

Συγκυβέρνηση: πρωτοφανής και ιστορική απόφαση

Τα πράγματα δεν ήταν καλά για τον Ερχαρτ και εντός της CDU. Οι εσωκομματικές διαμάχες στις οποίες είχε πρωτοστατήσει, προκειμένου να πάρει την καγκελαρία από τον Αντενάουερ τρία χρόνια νωρίτερα, θα απομόνωναν πλέον τον ίδιο, αναγκάζοντάς τον, στις αρχές Νοεμβρίου 1966, να δηλώσει έτοιμος να αποχωρήσει προκειμένου να αρθεί το πολιτικό αδιέξοδο. Σε συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας των Χριστιανοδημοκρατών ο Αντενάουερ, που πέντε μήνες πριν από τον θάνατό του διατηρούσε τον πρώτο λόγο στο κόμμα και θεωρούσε τον Ερχαρτ «αχάριστο», υποστήριξε τον πρωθυπουργό του κρατιδίου της Βάδης-Βυρτεμβέργης, Κουρτ Γκέοργκ Κίζινγκερ, ως νέο εντολοδόχο καγκελάριο.

Οταν, έπειτα από ζυμώσεις αρκετών ημερών, στις 26 Νοεμβρίου ο Κίζινγκερ ήρθε σε συμφωνία με τον ηγέτη του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και δήμαρχο του Δυτικού Βερολίνου, Βίλι Μπραντ, για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας, όλοι μιλούσαν για μια πρωτοφανή απόφαση, αφού CDU και SPD υπήρξαν μεταπολεμικά οι δύο αντίθετοι πόλοι του δυτικογερμανικού πολιτικού συστήματος.

Η συμφωνία εγκρίθηκε από τις κοινοβουλευτικές ομάδες των δύο κομμάτων, στις 30 Νοεμβρίου ο Ερχαρτ παραιτήθηκε και τυπικά από καγκελάριος και την επόμενη ημέρα ο Κίζινγκερ εξελέγη από την Μπούντεσταγκ ως καγκελάριος με 340 ψήφους από τους 463 συμμετέχοντες στην ψηφοφορία. Την ίδια ημέρα σχηματίστηκε η ιστορική κυβέρνηση του «Μεγάλου Συνασπισμού», με τον Μπραντ αντικαγκελάριο και υπουργό Εξωτερικών.

H κυβέρνηση Κίζινγκερ – Μπραντ δημιουργήθηκε προκειμένου να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση των μέσων της δεκαετίας του ’60, που δημιουργούσε προβληματισμό παρά το «οικονομικό θαύμα» των προηγούμενων ετών. Από το φθινόπωρο του 1966 μέχρι το καλοκαίρι του 1967, η Δυτική Γερμανία βίωσε την πρώτη ύφεση από την ίδρυσή της. Τα αίτιά της οφείλονταν στη μείωση των ιδιωτικών και δημοσίων επενδύσεων. Εχοντας συνηθίσει τη διαρκή αύξηση του ΑΕΠ και τη χαμηλή ανεργία, το γεγονός ότι τα μεγέθη αυτά άλλαζαν ακόμα και ελάχιστα προς τα κάτω (ανάπτυξη «μόνον» 2,8% και ανεργία 0,7%, το 1966) δημιουργούσε εκνευρισμό στην κυβέρνηση και στην κοινωνία.

Αλλάζει η τύχη των Σοσιαλδημοκρατών

Για τη σύμπηξη του «Μεγάλου Συνασπισμού» ο ηγέτης των Σοσιαλδημοκρατών είχε καταφέρει να ξεπεράσει τις έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό του κόμματός του, με πρωταρχικό στόχο αυτό να επιστρέψει στην εξουσία μετά από 36 χρόνια. Οι αντιρρήσεις προέρχονταν από την αριστερή πτέρυγα του SPD και αφορούσαν, πέρα από θέματα ιδεολογίας και πολιτικής, στην προτεινόμενη υπουργοποίηση του ηγέτη των Βαυαρών Χριστιανοκοινωνιστών (CSU), Φραντς Γιόζεφ Στράους, αλλά και στο ίδιο το πρόσωπο του καγκελάριου Κίζινγκερ.

Ο Στράους είχε απομακρυνθεί από την κυβέρνηση Αντενάουερ το 1962, όταν ως ομοσπονδιακός υπουργός Αμυνας είχε κλείσει το περιοδικό Der Spiegel και είχε στείλει στη φυλακή τον εκδότη του, Ρούντολφ Καρλ Αουγκσταϊν, καθώς και τον διευθυντή σύνταξης, δημοσιογράφο και αργότερα πολιτικό του SPD, Κόνραντ Αλερς, λόγω ενός επικριτικού άρθρου για την αμυντική επάρκεια των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων. Στην «Υπόθεση Σπίγκελ» αντέδρασε έντονα και για πρώτη φορά η δυτικογερμανική κοινή γνώμη, θεωρώντας την παρέμβαση της κυβέρνησης ως προσπάθεια φίμωσης του Τύπου. Οσον αφορά στον 62χρονο τότε εντολοδόχο καγκελάριο Κίζινγκερ, οι ενστάσεις αφορούσαν το πολιτικό του παρελθόν, αφού είχε διατελέσει μέλος του Ναζιστικού Κόμματος.

Απέναντι στους όποιους προβληματισμούς το δέλεαρ της εξουσίας αποδείχτηκε ισχυρότερο. Ο Μπραντ είδε τη σύμπραξη με τους Χριστιανοδημοκράτες ως ευκαιρία για να φτάσει στην εξουσία και σύντομα δικαιώθηκε, αφού το SPD κέρδισε σε δημοτικότητα με τη συμμετοχή του στον «Μεγάλο Συνασπισμό» και μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές του Σεπτεμβρίου 1969 κατάφερε να δημιουργήσει κυβέρνηση συνεργασίας με το FDP, με τον ίδιο καγκελάριο. Για πρώτη φορά στην ιστορία τους οι Χριστιανοδημοκράτες θα έμεναν το 1969 εκτός κυβέρνησης, αφήνοντας την εξουσία στους Σοσιαλδημοκράτες για τα επόμενα 13 χρόνια!

Ο Βίλι Μπραντ εφαρμόζει την Οστπολιτίκ

Μπαίνοντας στην κυβέρνηση το 1966, οι Σοσιαλδημοκράτες όχι μόνον άλλαξαν την εικόνα και το ίδιο το μέλλον τους, αλλά ταυτόχρονα αξιοποίησαν την ευκαιρία για να ασκήσουν την πολιτική τους. Αυτή φάνηκε με την επιμονή του Σοσιαλδημοκράτη υπουργού Οικονομικών Καρλ Σίλερ για δημόσιες επενδύσεις και κρατικές ενισχύσεις, που έφεραν σταθεροποίηση και ανάπτυξη της οικονομίας από το 1968, αλλά κυρίως με το άνοιγμα του Βίλι Μπραντ προς τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και την ίδια τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (Ανατολική Γερμανία), που αποτέλεσε το πρώτο αποφασιστικό βήμα για την «ύφεση», δηλαδή τη μείωση της έντασης του ανταγωνισμού μεταξύ των δύο συνασπισμών στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.

Σε αντίθεση με την πολιτική του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, που ήθελε να αγνοήσει και να απομονώσει το κομμουνιστικό καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας λόγω του αντιδημοκρατικού χαρακτήρα του και στο πλαίσιο του Δόγματος Χάλσταϊν (Hallstein Doktrin) που προέβλεπε ότι η Βόννη θα διακόπτει διπλωματικές επαφές με κάθε χώρα που συνάπτει διπλωματικές σχέσεις με το «άλλο γερμανικό κράτος», από την πλευρά τους οι Σοσιαλδημοκράτες προσπάθησαν να επιτύχουν μεγαλύτερη ελευθερία για τους Ανατολικογερμανούς και κάποια συνεργασία μεταξύ των δύο Γερμανιών, αλλά και μεταξύ της Δυτικής Γερμανίας και άλλων ανατολικοευρωπαϊκών κρατών, εφαρμόζοντας την πολιτική «αλλαγή μέσω επαναπροσέγγισης».

Ο Μπραντ, όντας δήμαρχος του Δυτικού Βερολίνου και στη συνέχεια μπαίνοντας στην κυβέρνηση «Μεγάλου Συνασπισμού» υποστήριξε πολιτικές μείωσης της έντασης μεταξύ των δύο γερμανικών πόλων και των δύο συνασπισμών, θεωρώντας ότι το Δόγμα Χάλσταϊν ούτε υπονόμευε το ανατολικογερμανικό κομμουνιστικό καθεστώς, ούτε εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Βόννης και της Δύσης. Παράλληλα, διαβεβαίωνε ότι η στροφή στην ανατολική πολιτική της ομοσπονδιακής κυβέρνησης δεν έθετε σε κανένα κίνδυνο τους στενούς δεσμούς της με τη Δυτική Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες ή την ένταξή της στο ΝΑΤΟ.

Η νέα ανατολική πολιτική (Neue Ostpolitik), όπως ήταν ο ορθός όρος, ή επί το συντομότερον Οστπολιτίκ, του Σοσιαλδημοκράτη ηγέτη εδραιώθηκε μετά το 1969 με τον Μπραντ στην καγκελαρία, για να κορυφωθεί με τη «Θεμελιώδη Συνθήκη» (Grundlagenvertrag) του Δεκεμβρίου 1972, όταν η Δυτική Γερμανία θα αναγνωρίσει την Ανατολική.

* Ο κ. Δημήτρης Κ. Αποστολόπουλος είναι ερευνητής της Ακαδημίας Αθηνών και διδάσκει Ευρωπαϊκή Ιστορία στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.