ΚΟΣΜΟΣ

Πέντε σφαίρες στον διάλογο Σερβίας – Κοσόβου

pente-sfaires-ston-dialogo-servias-amp-8211-kosovoy-2228013

ΜΙΤΡΟΒΙΤΣΑ. Πλήγμα στις διαπραγματεύσεις Βελιγραδίου – Πρίστινας και ανησυχία για αναβίωση της ιστορικής εχθρότητας μεταξύ των δύο πλευρών επέφερε η χθεσινή εν ψυχρώ δολοφονία του μετριοπαθούς Σέρβου ηγέτη Ολιβερ Ιβάνοβιτς στη Μιτρόβιτσα, κοντά στα γραφεία του κόμματός του στο υπό σερβικό έλεγχο βόρειο Κόσοβο. Μόλις η είδηση έγινε γνωστή, η σερβική αποστολή εγκατέλειψε αμέσως το τραπέζι του διαλόγου στις Βρυξέλλες, που ξεκίνησε χθες με τη διαμεσολάβηση της Ε.Ε. Ο πρόεδρος της χώρας, Αλεξάνταρ Βούτσιτς, έσπευσε να πει ότι αντιμετωπίζει την υπόθεση ως τρομοκρατική ενέργεια. Τη βαθιά της λύπη εξέφρασε η Φεντερίκα Μογκερίνι, επικεφαλής της κοινής ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής και ζήτησε από τις δύο πλευρές να επιδείξουν ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση.

Μετά την επίθεση ο 64χρονος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου οι γιατροί δεν κατάφεραν να τον σώσουν. Δέχθηκε τουλάχιστον πέντε σφαίρες στο πάνω μέρος του κορμιού του. Οι δράστες διέφυγαν με αυτοκίνητο, το οποίο βρέθηκε πυρπολημένο. Η αστυνομία του Κοσόβου σφράγισε την περιοχή και εξαπέλυσε ανθρωποκυνηγητό, ενώ ανακοίνωσε ότι προσφέρει αμοιβή 10.000 ευρώ σε οποιονδήποτε παράσχει πληροφορίες. Ο Ιβάνοβιτς ήταν ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς στην υπό σερβικό έλεγχο περιοχή του Κοσόβου, της πάλαι ποτέ σερβικής επαρχίας, που ανακήρυξε την ανεξαρτησία της το 2008. Υπενθυμίζεται ότι το Βελιγράδι δεν αναγνωρίζει την ανεξαρτησία του και οι εντάσεις μεταξύ των δύο πλευρών παραμένουν.

Ο Ιβάνοβιτς θεωρείτο μετριοπαθής και διατηρούσε σχέσεις με αξιωματούχους του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. ακόμη και μετά τις νατοϊκές επιχειρήσεις του 1999, προκειμένου να αναχαιτιστεί η εθνοκάθαρση των Αλβανών από τους Σέρβους. Δικαστήριο του Κοσόβου τον είχε καταδικάσει για εγκλήματα πολέμου αλλά στη συνέχεια η ποινή ανετράπη και η επανεκδίκαση της υπόθεσης βρισκόταν σε εξέλιξη. Στην Πρίστινα η κυβέρνηση αποκήρυξε την επίθεση, χαρακτηρίζοντάς την πρόκληση για το κράτος δικαίου στη χώρα. Από την πλευρά του ο Βούτσιτς ζήτησε να συμπεριληφθεί η Σερβία στις έρευνες και συμπλήρωσε με νόημα: «Υπάρχουν κάποιες ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες που συγκλίνουν στην ταυτότητα των δραστών», χωρίς ωστόσο να υπεισέλθει σε πιο σαφείς καταγγελίες. «Στο Κόσοβο κυριαρχούν οι Αλβανοί και οι ξένοι, κι αν δεν μπορέσουν αυτοί να βρουν τους δολοφόνους, θα τους βρούμε εμείς. Προσφέραμε τη βοήθειά μας στις αρχές του Κοσόβου, αλλά διεξάγουμε και ανεξάρτητα δικές μας έρευνες και σίγουρα θα ανακαλύψουμε ποιος ή ποιοι είναι οι δράστες», τόνισε. Ο Αλβανός πρωθυπουργός Εντι Ράμα περιέγραψε τη δολοφονία σαν μια τραγωδία, με σκοπό να εκθρέψει μίσος και ένταση. «Οι προσπάθειες για διάλογο και ειρήνη δεν πρέπει να σταματήσουν», επισήμανε στον λογαριασμό του στο Twitter.

«Aτμόσφαιρα τρόμου»

Εντονη ήταν και η αντίδραση της Μόσχας, παραδοσιακής συμμάχου του Βελιγραδίου, που αποκάλεσε την ενέργεια «άνανδρη πράξη». «Η προσπάθεια να κλείσουν ανοιχτοί πολιτικοί λογαριασμοί με τέτοιες μεθόδους, γεμάτες οξύτητα, πυροδοτούν μια ατμόσφαιρα τρόμου και αναβιώνουν τη σύρραξη στην περιοχή», σχολίασε το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο ευχήθηκε να εντοπιστούν και να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι.

Ο επικεφαλής της αποστολής του ΟΑΣΕ στο Κόσοβο, πρέσβης Γιαν Μπρατού, εμφανίστηκε σοκαρισμένος και βαθύτατα λυπημένος. Χαρακτήρισε τον Ιβάνοβιτς «μεταξύ των πιο γνωστών εκπροσώπων των Σέρβων του Κοσόβου για σχεδόν δύο δεκαετίες». Κάλεσε αμφότερες τις πλευρές να αποφύγουν επικίνδυνη ρητορική κλιμάκωση και να παραμείνουν ψύχραιμες σε αυτή την ιδιαίτερα ευαίσθητη στιγμή. Στόχος είναι να συνεχιστεί η προσπάθεια για ομαλοποίηση των σχέσεων και βελτίωση της ζωής των πολιτών στο Κόσοβο και στη Σερβία, υπογράμμισε.

Η Μιτρόβιτσα είναι μια πόλη 85.000 κατοίκων, όπου η ατμόσφαιρα ανάμεσα στη σερβική (13.000 κάτοικοι στο βόρειο τμήμα της) και στην αλβανική κοινότητα (72.000 κάτοικοι στον νότο) παραμένει τεταμένη, σχεδόν δύο δεκαετίες μετά το τέλος του πολέμου του 1998-99. O Ιβάνοβιτς έγινε γνωστός μετά τον πόλεμο ως ένας από τους φύλακες που περιπολούσαν στη θρυλική γέφυρα της διαιρεμένης πόλης για να αποτρέψουν τη διείσδυση Αλβανών πάνω από το ποτάμι Ιμπαρ στον σερβικό τομέα της πόλης. Οι φύλακες αυτοί εμπλέκονταν συχνά σε βίαια επεισόδια μετά τον πόλεμο και στη συνέχεια κάποια μέλη των πολιτοφυλακών αυτών άρχισαν να ασχολούνται με το οργανωμένο έγκλημα.