ΚΟΣΜΟΣ

Ποιος έχει, τελικά, την εξουσία;

poios-echei-telika-tin-exoysia

Σ​​τη σειρά του δικτύου Netflix «The Crown» (Το Στέμμα) περιγράφεται, με εντυπωσιακά ακριβή τρόπο, η συγκρότηση και οι μεταπολεμικοί μετασχηματισμοί της πολιτικής εξουσίας, από το παρατηρητήριο ενός μακραίωνου θεσμού όπως η βρετανική μοναρχία. Ακόμη κι αν έχει ήδη από τότε καταντήσει ένας καθαρά συμβολικός θεσμός, το παρατηρητήριο διατηρεί την αξία του. Είναι το Στέμμα μιας ολόκληρης, κάποτε υπέρλαμπρης, αυτοκρατορίας έστω υπό σταδιακή κατάρρευση. Οπως συμβαίνει πάντα με τις βαθύτερες αλλαγές, αυτές δεν φαίνονται αρχικά με γυμνό μάτι.

Ωστόσο, εκεί γύρω στις αρχές της δεκαετίας του ’60 κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Αγγλίας και το καταλαβαίνεις από την αποφορά του. Κυρίως όμως, εκείνο που σοκάρει περισσότερο κυβερνώντες και συντηρητικούς κυβερνώμενους είναι η κατάρρευση του κύρους των παραδοσιακών ελίτ. Οι επιθέσεις στα μέλη της βασιλικής οικογένειας είναι συνεχείς και άκομψες, ο αδύναμος τότε πρωθυπουργός Μακμίλαν γίνεται αντικείμενο ισοπεδωτικής σάτιρας, οι βαρείς παραδοσιακοί θεσμοί της Γηραιάς Αλβιώνος, που της εξασφάλιζαν επί αιώνες κυρίαρχη θέση παγκοσμίως, παραπαίουν. Και κυρίως η άρχουσα τάξη εμφανίζεται στα μάτια των πολιτών ωσάν να είναι αδύναμη να διαχειριστεί τις μεγάλες προκλήσεις της εποχής. Και όταν το καράβι δείχνει ακυβέρνητο, το πλήρωμα κάνει, φυσικά, του κεφαλιού του.

Τι άλλαξε ξαφνικά και κανείς πλέον δεν δείχνει να σέβεται τις κοινωνικές ιεραρχίες, τους θεσμούς και τα πρόσωπα που τους ενσαρκώνουν; Είμαστε στα «επαναστατικά» σίξτις τα οποία στην πραγματικότητα σφραγίζουν την ολοκλήρωση του πολιτισμικού εκσυγχρονισμού της αστικής επανάστασης του 19ου αιώνα. Μέχρι τότε, ενώ είχε όντως συντελεστεί ένας τεχνολογικός-βιομηχανικός εκσυγχρονισμός χωρίς προηγούμενο, στο επίπεδο των κοινωνικών-πολιτισμικών ηθών ζούσαμε ακόμη διάφορα μεσαιωνικά κατάλοιπα. Η εξέγερση των καλοζωισμένων γόνων των μεσαίων στρωμάτων σε όλη τη Δύση, και όχι μόνο, επέφερε το τελικό χτύπημα στις παραδοσιακές προβιομηχανικές αναπαραστάσεις. Γίναμε πλέον «μοντέρνοι» σε όλα τα επίπεδα.

Δεν συνέβη κάτι διαφορετικό στη διανόηση. Εκτός των ροκ σταρ είναι και η εποχή των λαϊκών σταρ του πνεύματος. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, που πρωτοπορεί σε αυτό το ζήτημα την ίδια εποχή, εκείνοι που αποθεώνονται είναι το ζεύγος-προστάτης των ανά τον κόσμο αδυνάμων, ο Ζαν-Πολ Σαρτρ και η Σιμόν ντε Μποβουάρ, και όχι ο δήθεν συντηρητικός Ρεϊμόν Αρόν. Ο κόσμος αρχίζει να θεωρεί τη γνώση εξάρτημα της εξουσίας και άρα της επιβολής και των μεγάλων συμφερόντων, κι έτσι καταφεύγει στην αντί-γνωση ως εργαλείο αντίστασης. Η αντί-γνωση θα λάβει διάφορες μορφές, από πραγματικά ρηξικέλευθες και στην υπηρεσία της προόδου, μέχρι γελοίες και επικίνδυνες. Σήμερα, η αντί-γνωση μπορεί να εκτείνεται από τα ανοικτά λογισμικά που παρέχονται δωρεάν σε όλους τους χρήστες, μέχρι την επιχειρηματολογία ορισμένων γιατρών να σταματήσουν τα παιδιά να κάνουν εμβόλια, διότι πρόκειται δήθεν για μια επικερδή συνωμοσία των πολυεθνικών φαρμακευτικών.

Ο αντι-επιστημονισμός αυτός εγγράφεται, ωστόσο, αναγκαστικά στο πρόγραμμα της ύστερης νεωτερικότητας, και αυτό είναι το νέο στοιχείο. Δεν είναι ένας αντι-νεωτερισμός όπως στον 19ο αιώνα. Πρόκειται για μια αντι-ορθολογική νεωτερικότητα, αλλά όχι για μια αντι-νεωτερικότητα. Οι πολίτες αμφισβητούν τις αυθεντίες της εξουσίας (πολιτικής και επιστημονικής) είτε διότι θεωρούν ότι τους αποκρύπτονται κίνδυνοι, είτε αντίθετα διότι θεωρούν ότι οι αυθεντίες υπερβάλλουν ως προς αυτούς. Η εξατομίκευση μάλιστα επιτρέπει αυτός ο αγώνας να δίδεται και κατά μόνας, ενώ το Διαδίκτυο και η αυτοσχέδια επιστημοσύνη επιτρέπει στον καθένα να κάνει τη δήθεν «έρευνά» του και να καταλήγει σε πορίσματα που «επιβεβαιώνουν» μια «θεωρία».

Εδώ έγκειται η μεγαλύτερη παραδοξότητα. Αν το δούμε μακροσκοπικά, η περίοδος που διανύουμε σήμερα είναι η πρώτη όπου οι κοινωνίες έχουν τόσο μεγάλο μερίδιο στην εξουσία, ακόμη κι όταν τάσσονται στη μεριά της αντι-εξουσίας. Πρόσωπα από το πουθενά ανέρχονται στα υψηλά αξιώματα μόνο και μόνο από μια εφηβική αντίδραση των πολιτών, τα σόσιαλ μίντια κυριαρχούν επί των παραδοσιακών ΜΜΕ διαδίδοντας ψευδείς ειδήσεις, ταπεινοί γίνονται διάσημοι, και φτωχοί, ζάπλουτοι μέσα σε λίγα χρόνια από μια απλή επιχειρηματική σύλληψη.

Ολοι μιλούν για τα μεγάλα αόρατα κέντρα που κυβερνούν συνωμοτικά τον πλανήτη, όμως εκείνη που τον κυβερνά για πρώτη φορά με τόση επιρροή στα πράγματα είναι αυτή που φαντασιώθηκε ο Ρουσό πριν από τρεις αιώνες: η λαϊκή βούληση. Ο (δυτικός) κόσμος είναι, έτσι, πιο ανοικτός από ποτέ, πολιτικά, οικονομικά, πολιτισμικά. Και γι’ αυτό αφάνταστα ρευστός. Επιτρέπονται σχεδόν τα πάντα, ακόμη και να αλλάξει ένα άτομο φύλο ή να παραμορφώσει με πλαστικές και τατουάζ πλήρως το πρόσωπο και το σώμα του. Η εθνοκρατική κυριαρχία υποχωρεί σαφέστατα, επιτρέπεται να χρησιμοποιεί κανείς ακόμη και άλλα (κρυπτο)νομίσματα από τα επίσημα κρατικά.

Κι όμως, ενώ οι αδιανόητες αυτές κατακτήσεις πριν από μια γενιά έγιναν πραγματικότητα, η απογοήτευση από τον κόσμο αυτό διαρκώς μεγαλώνει. Κι αυτό διότι της λείπουν οι καλές κυβερνήσεις και οι υπεύθυνες ελίτ. Κατακτήσαμε την πολυπόθητη εξουσία, πού θα βρούμε τώρα καλούς ηγεμόνες;

* Ο Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, διευθυντής του ΠΜΣ «Διακυβέρνηση και Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτης της «Νέας Εστίας».