Ο browser σας είναι παλιάς τεχνολογίας!

Αναβαθμίστε τον για να δείτε σωστά αυτό το site. Αναβαθμίστε τον browser σας τώρα!

×

«Το σχολείο δεν δίνει χρήματα»

Οι ιστορίες ανήλικων Σύρων στη Σμύρνη, που δουλεύουν έως και 11 ώρες την ημέρα σε βιοτεχνίες.

Scroll Down

ΕΡΕΥΝΕΣ 24.09.2017 • ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ENRI CANAJMONTAZ: ΣΤΕΦΑΝΙΑ ΓΙΑΝΝΙΚΟΥ

Οι σπινθήρες πετάγονται μια ανάσα από το πρόσωπό του. Ο Ομάρ όμως παραμένει στο πόστο του, σκυφτός πάνω από τα σύνεργα οξυγονοκόλλησης, χωρίς μάσκα ή προστατευτικά γυαλιά. Η βιοτεχνία με τους μαυρισμένους τοίχους είναι το δεύτερο σπίτι του στη Σμύρνη. Κατασκευάζει καρέκλες γραφείου που εξάγονται στα Βαλκάνια. Εργάζεται μέχρι και 11 ώρες την ημέρα, έξι φορές την εβδομάδα – κι ας είναι 14 ετών.

Ο Ομάρ στο σιδηρουργείο της επιχείρησης. Οι καρέκλες που φτιάχνει εξάγονται στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία.

«Ο καιρός περνάει σιγά σιγά», μας λέει το αγόρι σε ένα από τα διαλείμματά του. Έχει μουτζουρωμένα μάγουλα και κόκκινα μάτια. Όποτε μιλάει αποκαλύπτεται ένα σπασμένο μπροστινό δόντι, σημάδι ατυχήματος που είχε πριν από μήνες, όταν τον παρέσυρε αυτοκίνητο καθώς έφευγε από τη δουλειά.

«Όταν γυρίζω, πλένομαι, τρώω μερικές μπουκιές και γέρνω το κεφάλι μου και κοιμάμαι. Το πρωί πηγαίνω πάλι στη βιοτεχνία», λέει. «Δεν γνωρίζω τι μπορεί να μας κρύβει ο χρόνος. Δεν ξέρουμε πότε θα πεθάνουμε, σήμερα ή αύριο».

Ο Ομάρ κατάγεται από το Χαλέπι της Συρίας και έχει συμπληρώσει δύο χρόνια στην Τουρκία μαζί με τους γονείς και τα τέσσερα αδέρφια του. Από τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας, τα δύο μεγαλύτερα, ο 16χρονος Ουσάμα και ο 15χρονος Αντελ, ράβουν φορέματα. Μαζί με τον Ομάρ είναι οι μόνοι που φέρνουν εισόδημα στο σπίτι.

Επιστροφή στο Μπασμανέ

Το 2015 η «Κ» είχε ταξιδέψει και πάλι στη Σμύρνη για να ερευνήσει πώς σφραγίζονται οι συμφωνίες ζωής και θανάτου μεταξύ προσφύγων και διακινητών. Τότε στη συνοικία Μπασμανέ καθημερινά έφταναν καραβάνια προσφύγων. Τους έβλεπες σε πάρκα και πλατείες, φορτωμένους με σακίδια. Τους συναντούσες στα δωμάτια φτηνών ξενοδοχείων ολόγυρα. Οι συναλλαγές γίνονταν σε κοινή θέα και η τοπική οικονομία είχε προσαρμοστεί στην παρουσία τους. Ακόμη και κουρεία πουλούσαν τότε σωσίβια, χρεώνοντας 35 τουρκικές λίρες το κομμάτι.

Σμύρνη, 2015. Οικογένειες προσφύγων στο κέντρο της πόλης περιμένουν το σήμα των διακινητών. Σωσίβια πωλούνται σε κάθε κατάστημα.

Δύο χρόνια μετά, επιστρέφουμε στα ίδια μέρη, όχι για εκείνους που θα επιχειρήσουν το παράτολμο πέρασμα στην Ελλάδα, αλλά για όσους έμειναν πίσω.

Το αλισβερίσι των διακινητών δεν είναι πλέον τόσο εμφανές. Στο Μπασμανέ πάρκα και πλατείες έχουν αδειάσει. Στον δρόμο για το αεροδρόμιο όμως, στη βιομηχανική περιοχή Καράμπαγλαρ, ορισμένα παιδιά από τη Συρία επωμίζονται ευθύνες που δεν αναλογούν στην ηλικία τους.

Μέσα σε τρεις ημέρες συναντήσαμε 14 παιδιά από τη Συρία, ηλικίας 10-16 ετών, που εργάζονται κυρίως σε συνεργεία αυτοκινήτων, βιοτεχνίες ενδυμάτων, καρεκλών και επίπλων. Μιλήσαμε με γονείς και εργοδότες, ενώ σε τέσσερις επιχειρήσεις –όπου πιθανότατα υπήρχαν και ανήλικοι εργαζόμενοι– δεν μας επέτρεψαν την είσοδο όταν εξηγήσαμε τον λόγο της επίσκεψής μας.

Βαριές δουλειές

Τα σοκάκια του Καράμπαγλαρ μυρίζουν εξάτμιση και καμένο πλαστικό. Φορτηγά με καρότσες που «κάθησαν» από το υπερβολικό βάρος κινούνται στα στενά, αδιαφορώντας για τους πεζούς. Μόνο στα διαλείμματα για τσάι παύουν οι μεταλλικοί ήχοι από τις επιχειρήσεις.

Επιχειρήσεις κυρίως στον κλάδο των επίπλων λειτουργούν σε αυτή την περιοχή.

Ο 10χρονος Σαφουάν γνωρίζει καλά αυτά τα μέρη. Μικροκαμωμένος και σβέλτος, γυρίζει με έναν τσίγκινο δίσκο όλα τα μαγαζιά από το πρωί μέχρι το σούρουπο. Όταν τον συναντάμε στον Τούρκο καφετζή για τον οποίο εργάζεται, είναι πια μεσημέρι, και ο μικρός παλεύει να κρατήσει ανοικτά τα βλέφαρά του. Φοράει μια μπλε μπλούζα με στάμπα της σειράς κινουμένων σχεδίων Transformers.

«Δουλεύω για να βοηθήσω τους γονείς μου», λέει.

Ο Σαφουάν κάνει δεκάδες διαδρομές καθημερινά στο Καράμπαγλαρ.

Αμείβεται με 100 τουρκικές λίρες (περίπου 24 ευρώ) την εβδομάδα.

Μερικά τετράγωνα πιο μακριά, σε ένα κτίριο χωρίς επωνυμία και με θαμπές τζαμαρίες, ο 16χρονος Νταγούντ –και αυτός από τη Συρία– κάνει μια από τις βαριές δουλειές: φτιάχνει καρέκλες χρωμίου. Οι μεταλλικοί σκελετοί βυθίζονται πρώτα, από ενήλικους εργάτες, σε δεξαμενές με χημικές ουσίες ή νερό, περνούν από ειδικό μηχάνημα λείανσης και καταλήγουν στο δικό του πόστο. Ο Νταγούντ, φορώντας μια φαγωμένη μπλούζα και παντόφλες στα πόδια, πασπαλίζει τον σκελετό με ροκανίδι και τον τρίβει για να απορροφηθεί κάθε σταγόνα νερού. Έπειτα στοιβάζει τις καρέκλες. Στον ίδιο χώρο εργάζεται και ο ενήλικος αδερφός του.

Ο Νταγούντ αμείβεται καλύτερα από άλλα παιδιά στην ηλικία του, ωστόσο εργάζεται πλάι σε δεξαμενές με χημικά.

Το ζήτημα της παιδικής εργασίας δεν ανέκυψε στην Τουρκία με τις προσφυγικές ροές. Άλλωστε στη Σμύρνη, από το 2001 έως και το 2006 (προτού ξεσπάσει ο συριακός εμφύλιος), εφαρμόστηκαν από τις τουρκικές αρχές δύο προγράμματα εξάλειψης των χειρότερων μορφών παιδικής εργασίας στους τομείς της επιπλοποιίας, της υπόδησης και των επισκευών αυτοκινήτων. Το ένα εξ αυτών απομάκρυνε από την εργασία 3.479 παιδιά κάτω των 15 ετών και τα έστειλε σε σχολεία.

Σύμφωνα με στοιχεία που δόθηκαν στην «Κ» από τη UNICEF, στα μέσα της δεκαετίας του ’90 ο αριθμός των εργαζόμενων παιδιών στην Τουρκία υπολογιζόταν στα 3 εκατομμύρια, ενώ πλέον εκτιμάται ότι δεν ξεπερνούν τις 850.000.

Εκτός εκπαίδευσης

Περισσότερα από 3 εκατομμύρια Σύροι πρόσφυγες ζουν σήμερα στην Τουρκία, διασκορπισμένοι στα νότια σύνορα, στην Κωνσταντινούπολη και στα παράλια του Αιγαίου. Βάσει των στοιχείων της UNICEF, υπολογίζεται ότι περισσότερα από 490.000 παιδιά τους παρακολουθούν πλέον μαθήματα σε τουρκικά σχολεία ή προσωρινά κέντρα. Ωστόσο, άλλα 380.000 παιδιά υπολογίζεται ότι βρίσκονται εκτός εκπαίδευσης.

«Δεν είναι αποδεκτό από ανθρωπιστικής άποψης, αλλά δυστυχώς αυτή είναι η πραγματικότητα. Είμαι σίγουρος ότι η τουρκική κυβέρνηση προσπαθεί να αντιμετωπίσει το ζήτημα και να μειώσει τον αριθμό των εργαζόμενων παιδιών. Δεν είναι εύκολο όμως να διαχειριστεί μια χώρα έναν τόσο μεγάλο προσφυγικό πληθυσμό», λέει στην «Κ» ο Μουράτ Ερντογάν, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Hacettepe και ειδικός σε θέματα μετανάστευσης.

Ο 12χρονος Μπακρί εργάζεται σε βιοτεχνία καναπέδων για να βοήθησει τον πατέρα του στο οικογενειακό εισόδημα.

Η τουρκική νομοθεσία προβλέπει ως κατώτερη ηλικία εργασίας τα 15 έτη, ενώ για επικίνδυνα επαγγέλματα το ηλικιακό όριο τίθεται στα 18 έτη.

Στο Καράμπαγλαρ, ο Ζεϊντάν, ένας ψαρομάλλης Κούρδος με καταγωγή από την πόλη Μαρντίν, υποστηρίζει ότι δεν απασχόλησε ποτέ παιδί κάτω των 15. Όταν τον συναντάμε στη βιοτεχνία του, οι 25 εργαζόμενοι δουλεύουν αδιάκοπα υπό τον βόμβο ραπτομηχανών και ανεμιστήρων. Γαζώνουν γυναικεία παντελόνια που θα πουληθούν σε Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία.

Ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης λέει ότι υπήρξαν και καλύτερες εποχές για τον κλάδο του. Πέρυσι απασχολούσε 20 άτομα παραπάνω. Στο διάλειμμά τους οι εργάτες -ανάμεσά τους και τρεις ανήλικοι από 15 ετών και άνω- τρώνε στην τραπεζαρία.

«Δεν πήγα ποτέ σχολείο», μας λέει ο Ζεϊντάν. «Έχω αλλάξει πολλές δουλειές από την ηλικία των 11. Δεν δέχομαι να δουλεύουν τα παιδιά, το έχω κάνει στο παρελθόν και ξέρω ότι είναι λάθος. Κάποια όμως αναγκάζονται».

Έξω από το κουβούκλιό του με τα φιμέ τζάμια, διακρίνουμε τρεις φιγούρες εφήβων μεταξύ των υπαλλήλων του. Ενας εξ αυτών, ο 15χρονος Ρουνί, κατάγεται από τη Συρία. «Ο πατέρας μου έμεινε πίσω και γι’ αυτό δουλεύω. Είμαστε εδώ τρία αδέρφια και η μητέρα μας. Το όνειρό μου είναι να γίνω αστυνομικός, αλλά ξέρω ότι είναι αδύνατον», λέει.

Ο Ρουνί δεν φοίτησε ούτε μία ημέρα σε τουρκικό σχολείο. Αντίθετα, ο Ομάρ, προτού πιάσει δουλειά στη βιοτεχνία με τις καρέκλες, είχε παρακολουθήσει για λίγους μήνες μαθήματα.

«Θα ήθελα να πηγαίνω σχολείο», λέει ο Ομάρ. «Αλλά το σχολείο δεν σου δίνει χρήματα».

Το δίλημμα

Το δίλημμα εργασία ή σχολείο είναι το βασικό θέμα συζήτησης των οικογενειών που συναντάμε στη Σμύρνη. «Τον μικρό μου γιο, που είναι 7 ετών, σίγουρα θα τον στείλω στο σχολείο. Όχι τη μεγάλη μου κόρη όμως, γιατί χρειάζομαι τα χρήματα», λέει ο Γιάσερ Αλχασάν. Εξηγεί ότι δεν εργάζεται ο ίδιος γιατί υποφέρει από προβλήματα στη μέση, ενώ η 13χρονη κόρη του δουλεύει σε βιοτεχνία ενδυμάτων.

«Πήγαινε σε όποια οικογένεια προσφύγων θες και θα βρεις από μία αντίστοιχη περίπτωση», λέει.

Ο Γιάσερ Αλχασάν (δεξιά στις φωτογραφίες) εξηγεί ότι λόγω ενός τραυματισμού του δεν μπορεί να εργάζεται. Στις γύρω καρέκλες κάθονται γονείς άλλων παιδιών από τη Συρία που δουλεύουν σε βιοτεχνίες ή συνεργεία αυτοκινήτων της Σμύρνης. Εξηγούν ότι τα έξοδα διαβίωσης στην τουρκική πόλη είναι υπέρογκα γι' αυτούς. Αναγκάζονται, όπως λένε, να στείλουν τα παιδιά τους στη δουλειά.

Θέλουμε να θέσουμε παρόμοια ερωτήματα και στους γονείς του Ομάρ. Τον συναντάμε ξανά στη βιοτεχνία όπου εργάζεται και ζητάμε να τον ακολουθήσουμε μετά το σχόλασμα στο σπίτι. Μας συνοδεύει ένας συνάδελφός του μέχρι την εξώπορτα για να βεβαιωθεί για την ασφάλεια του παιδιού.

Εκεί μας υποδέχεται η μητέρα του η Τσεμιλέ. Ζητάει ευγενικά να μην περάσουμε στο σαλόνι, καθώς λείπει ο σύζυγός της και δεν θα ήταν πρέπον να υπάρχουν άλλοι άντρες στο σπίτι. Μόνο όταν εμφανίζεται ο 16χρονος Ουσάμα, ο μεγαλύτερος γιος, μας επιτρέπει την είσοδο.

Ο πατέρας θα φανεί αργότερα. Είναι 37 ετών, ψηλός, με ρουφηγμένα μάγουλα και ατημέλητο μούσι. Συστήνεται ως Μοχάμεντ – ζητάει να μη δημοσιευτεί το επώνυμό του γιατί ως αντικαθεστωτικός στη Συρία φοβάται για την τύχη συγγενών που έμειναν πίσω.

«Μυρίζεις. Μυρίζεις σίδερα», λέει στον Ομάρ που μόλις έχει επιστρέψει από τη δουλειά.

Η μαυρίλα της βιοτεχνίας έχει τρυπώσει παντού. Ακόμη και στα δάχτυλα των ποδιών του αγοριού, παρότι στη δουλειά φοράει παπούτσια.

«Είναι αυτή εμφάνιση παιδιού που μπορεί να ελπίζει σε μέλλον;» λέει προς εμάς. «Ο Ομάρ έχει την ελευθερία να επιλέξει. Αν θέλει να σταματήσει, να μην πηγαίνει στο αφεντικό του, μπορεί να το κάνει. Είναι ελεύθερος. Είναι το φως των ματιών μου και καμαρώνω για το παιδί μου. Αισθάνομαι ανίκανος που δεν μπορώ να βοηθήσω και τον βλέπω να θυσιάζει το μέλλον του και τις σπουδές του».

Ο Ομάρ στην αγκαλιά του πατέρα του.

Το παρελθόν του, όπως το εξιστορεί στην «Κ», είναι ιδιαίτερα περίπλοκο. Πέρα από ορισμένα ιατρικά έγγραφα που μας δείχνει για να πιστοποιήσει κάποια από τα λεγόμενά του, εξηγεί ότι δεν πρόφτασε να πάρει μαζί του φωτογραφίες ή άλλα στοιχεία από τη ζωή του στη Συρία. Δεδομένης της κατάστασης στην πατρίδα του δεν είναι εφικτό να εξακριβωθεί η εγκυρότητα όλων όσων λέει.

Όπως υποστηρίζει πάντως, η οικογένειά του κάποτε ήταν εύπορη. Λέει ότι είχαν σηκώσει πολυκατοικία με 18 διαμερίσματα και πέντε μαγαζιά στο Χαλέπι. Ο ίδιος είχε μάθει από παιδί την τέχνη της ραπτικής και αργότερα άνοιξε βιοτεχνία με 13 υπαλλήλους.

Ωστόσο, όπως ισχυρίζεται, όλα ανατράπηκαν όταν φυλακίστηκε από το καθεστώς. Λέει ότι αυτή η εμπειρία τον οδήγησε στην κατάθλιψη, σε απόπειρες αυτοκτονίας και φαρμακευτική αγωγή την οποία συνεχίζει μέχρι και σήμερα.

Επέλεξε να περάσει στην Τουρκία, αργότερα, όταν νόσησε η σύζυγός του. Υποστηρίζει ότι ξόδεψε τα χρήματα που είχαν σε εξετάσεις και διερμηνείες και ότι τον επόμενο μήνα η γυναίκα του θα υποβληθεί σε εγχείρηση αφαίρεσης μήτρας και βιοψία.

«Αν το θελήσει ο Θεός μπορώ να κάτσω σε ραπτική μηχανή, ξέρω ότι είμαι χρυσός στο επάγγελμά μου. Αλλά δεν μπορώ να κάνω και τα δύο. Να κάτσω στη μηχανή ή να πηγαίνω με τη μάνα τους στα νοσοκομεία;».

Χωρίς όνειρα

Δεν υπάρχει πάγιο ποσό πληρωμής για τα παιδιά εργάτες στην Τουρκία. Ο Ομάρ πληρώνεται, όπως λέει ο πατέρας του, με 125 τουρκικές λίρες (γύρω στα 30 ευρώ) την εβδομάδα. Τα δύο αδέλφια του παίρνουν 150 λίρες (36 ευρώ περίπου) έκαστο στη βιοτεχνία ενδυμάτων.

«Ό,τι και να κάνουν τα παιδιά, κομμάτια να γίνουν, δεν θα μπορέσουν να βγάλουν περισσότερα», λέει ο πατέρας τους.

Αντίστοιχες αμοιβές ή και ελαφρώς μεγαλύτερες (έως και 900 ή 1.000 τουρκικές λίρες το μήνα) ακούσαμε και για άλλες περιπτώσεις ανηλίκων. Δεν αποκλείεται, όπως προκύπτει και από μαρτυρίες στην «Κ», τα κορίτσια να παίρνουν λιγότερα χρήματα από τα αγόρια. Αυξομειώσεις παρατηρούνται και ανάλογα με την ηλικία των παιδιών. Όσο πιο μικρός είναι ένας υπάλληλος είναι πιθανό να έχει χαμηλότερες απολαβές.

Η στέρηση

Αυτά τα παιδιά όμως στερούνται περισσότερα από όσα καταφέρνουν να κερδίσουν. «Ο θεσμός του μαθητευόμενου δίπλα στον μάστορα είναι βαθιά ριζωμένος στην κουλτούρα της Ανατολίας. Αλλά το πρόβλημα που συζητάμε, η εκμετάλλευση, το να υποχρεώνονται δηλαδή τα παιδιά να δουλεύουν υπό πολύ σκληρές συνθήκες, είναι πέραν αυτής της σχέσης», μας λέει ψυχολόγος τουρκικής μη κυβερνητικής οργάνωσης που έχει συμβουλέψει 400 παιδιά και τους γονείς τους στη Σμύρνη. Όπως ζήτησαν οι προϊστάμενοί του, το όνομα της οργάνωσης και του ειδικού δεν δημοσιοποιούνται από την «Κ» λόγω της πολιτικής κατάστασης που επικρατεί στην Τουρκία μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016.

Ο ψυχολόγος εξηγεί ότι στα μικρότερα σε ηλικία παιδιά επικρατεί η αντίληψη «δεν θέλω, αλλά πρέπει να δουλέψω». Αντιθέτως τα μεγαλύτερα, δηλαδή όσα πλησιάζουν ή βρίσκονται ήδη στην εφηβεία, έχουν συνηθίσει να κουβαλούν αυτή την ευθύνη και έχουν πλέον πειστεί ότι ενεργούν για το καλό της οικογένειάς τους. Πάντως, οι ανήλικοι εργαζόμενοι δύσκολα θα πουν «όχι» σε κάποιον ανώτερό τους, αφήνοντας περιθώρια για περαιτέρω εκμετάλλευσή τους.

«Εάν φορτωθεί ένα παιδί με ευθύνες σε πολύ μικρή ηλικία, μπορεί να προκύψουν προβλήματα στην εξέλιξή του αργότερα», λέει ο ψυχολόγος. «Το να δουλεύει την περίοδο κατά την οποία θα έπρεπε να παίζει επηρεάζει άσχημα την ανάπτυξή του, τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά. Αυτά τα παιδιά είναι πιο πιθανό να αντιμετωπίσουν ψυχολογικά προβλήματα όταν μεγαλώσουν, όταν ενηλικιωθούν».

Ο Μοχάμεντ, πατέρας του Ομάρ, αναγνωρίζει ότι με τις επιλογές του δεν βοηθάει τα παιδιά του. «Τα βλέπω να καταστρέφονται μπροστά στα μάτια μου και δεν μπορώ να κάνω κάτι», τονίζει. «Δεν είναι αμαρτία ένα παιδί σαν κι αυτό να εργάζεται;» Δεν αποκλείει στο μέλλον να επιχειρήσει με τη συνδρομή διακινητών το πέρασμα στην Ελλάδα. Θεωρεί ότι στην Ευρώπη τούς περιμένει καλύτερη τύχη.

Η διέξοδος

Στην περίπτωση του Ομάρ, πάντως, η στέρηση των συνηθειών της ηλικίας του είναι εμφανής. Στην ίδια επιχείρηση με αυτόν, σε άλλο πόστο, απασχολείται ένας ακόμη ανήλικος από τη Συρία. Τους χωρίζει ένας όροφος, αλλά όποτε ανταμώνουν ανταλλάσσουν λίγες λέξεις. Όταν πλέον γυρίζει στο σπίτι του, αποκαμωμένος, δεν του περισσεύει χρόνος ή διάθεση για παιχνίδι.

Ο Ομάρ στο σπίτι με τα αδέρφια του.

Ο μικρότερος αδελφός του, Χάμζι, και η αδελφή του Αϊσέ –τα μόνα παιδιά που δεν εργάζονται στην οικογένεια– δεν μοιράζονται αντίστοιχες σκοτούρες. Παίζουν αδιάκοπα και ο Ομάρ τούς παρακολουθεί αμέτοχος. Όταν τον ρωτάμε για το μέλλον του ή για τη δουλειά που θα προτιμούσε να κάνει, δεν έχει απάντηση. Λέει μόνο ότι θα ήθελε να βελτιωθεί στο πόστο του.

Στο ίδιο σαλόνι, σε ένα κλουβί, βρίσκεται ο Κατσάμ, ένα κίτρινο παπαγαλάκι. Ο Ομάρ το αγόρασε πριν από τρεις μήνες με χρήματα της δουλειάς του. Κόστισε 35 τουρκικές λίρες, όσο έκανε πριν από δύο χρόνια ένα υποτυπώδες σωσίβιο στην αγορά του Μπασμανέ.

Ο Ομάρ μαζί με τον Κατσάμ.

Είναι η μόνη του διέξοδος από τη ρουτίνα της εργασίας. Ο Ομάρ ανοίγει το πορτάκι μπροστά μας. Το παπαγαλάκι πεταρίζει στο δωμάτιο τρομαγμένο από την απρόσμενη αίσθηση ελευθερίας, μέχρι το αγόρι να το πιάσει και να το βάλει πάλι μέσα στο κλουβί.

ΠΑΙΔΙΑ ΕΡΓΑΤΕΣ

Ανήλικοι Σύροι πρόσφυγες στις βιοτεχνίες της Τουρκίας

Ρεπορτάζ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Κάμερα: ENRI CANAJ

Μοντάζ: ΣΤΕΦΑΝΙΑ ΓΙΑΝΝΙΚΟΥ

Διερμηνεία: RIVAN HAJI

Αυτή η δημοσιογραφική έρευνα έλαβε χρηματοδότηση από το Migration Media Award, το οποίο υποστηρίζεται από την Ε.Ε. Οι πληροφορίες και απόψεις του κειμένου δεν αντιπροσωπεύουν κατ’ ανάγκη την επίσημη θέση της Ε.Ε. Οι θεσμοί και τα όργανα της Ε.Ε. και όποιος τους εκπροσωπεί δεν μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνοι για τη χρήση αυτών των πληροφοριών.

Για την Kαθημερινή και το Kathimerini.gr.

24.09.2017

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ