ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ*

Μια δολοφονία και η γλώσσα του μίσους

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Χιλιάδες Πολωνοί πενθούν έξω από το δημαρχείο του Γκντανσκ τον θάνατο του δημάρχου Πάβελ Αντάμοβιτς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: IΔEEΣ

Φ​​αίνεται τελικά πως η δραματική δολοφονία του επί εικοσαετία λαοφιλούς δημάρχου του Γκντανσκ δεν είχε πολιτικά κίνητρα, παρόλο που πριν από τις αυτοδιοικητικές εκλογές του Οκτωβρίου 2018 η ακροδεξιά οργάνωση Παν-πολωνική Νεολαία είχε στείλει σε έντεκα στελέχη της αντιπολίτευσης, μεταξύ των οποίων και ο Πάβελ Ανταμόβιτς, την –πλαστή, προφανώς– ληξιαρχική πράξη θανάτου τους. Αρκετοί ζήτησαν τότε από την εισαγγελία να παρέμβει. Οι Αρχές όμως έκριναν ότι επρόκειτο για μια νόμιμη προεκλογική ενέργεια και όχι για πρόκληση σε βία. Ο άνθρωπος που την Κυριακή 13 Ιανουαρίου μαχαίρωσε τον Ανταμόβιτς επί σκηνής, στη διάρκεια μιας συναυλίας με φιλανθρωπικό σκοπό, πήρε εν συνεχεία το μικρόφωνο και ισχυρίστηκε πως είχε συλληφθεί και βασανιστεί από την αστυνομία στη διάρκεια της κυβερνητικής θητείας της Πολιτικής Πλατφόρμας, του κόμματος το οποίο στήριζε και τον Ανταμόβιτς. «Γι’ αυτό πέθανε ο δήμαρχος», είπε. Οι Αρχές ισχυρίζονται ότι ο συλληφθείς 27χρονος έχει εκτίσει ποινή πενταετούς φυλάκισης για σειρά ληστειών σε τράπεζες (είχε αποφυλακιστεί πριν από μόλις ένα μήνα) και ότι έχει ιστορικό ψυχασθένειας. Βρέθηκε στον χώρο ως δημοσιογράφος και είναι υπό διερεύνηση το πώς εξασφάλισε πάσο. Οπως σημειώνουν συνεργάτες του αδικοχαμένου δημάρχου, «σε ένα κλίμα ανοχής της βίας και της ρητορικής μίσους, όπως αυτό που επικρατεί στην Πολωνία τα τρία τελευταία χρόνια, από τη στιγμή που ήρθε στην εξουσία το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη, μια τέτοια δολοφονία δεν είναι εξ ορισμού πολιτική;».

«Σταματήστε το μίσος!»

Η πολωνική κυβέρνηση ναύλωσε αεροπλάνο για να φέρει εσπευσμένα τη σύζυγο του Ανταμόβιτς από το Λονδίνο. Ο δήμαρχος του Γκντανσκ κατέληξε στο νοσοκομείο, λίγες ώρες μετά την επίθεση. Χιλιάδες πολίτες συγκεντρώθηκαν σε ένδειξη πένθους στο Γκντανσκ και σε άλλες πόλεις της Πολωνίας, κρατώντας κεριά και πανό με το σύνθημα: «Σταματήστε το μίσος!».

Ο Πάβελ Ανταμόβιτς γεννήθηκε στο Γκντανσκ στις 2 Νοεμβρίου 1965. Την περίοδο 1982-1984, μαθητής ακόμη στο Γυμνάσιο «Νικόλαος Κοπέρνικος», συμμετείχε σε ομάδα νέων που αναπαρήγε και διένεμε παράνομα φυλλάδια ενάντια στο κομμουνιστικό καθεστώς της χώρας υπό τον στρατηγό Βόιτσεχ Γιαρουζέλσκι. Από το 1984 έως το 1986 ήταν συν-εκδότης, τυπογράφος και διανομέας του παράνομου νεολαιίστικου περιοδικού Jedynka («Ενα») και μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’80 δεν έπαψε να συμβάλλει στην παραγωγή και στη διάδοση αντικαθεστωτικών εντύπων. Συνδέθηκε με το Κίνημα της Νέας Πολωνίας και με το Ποιμαντικό Τμήμα της Καθολικής Εκκλησίας (μια από τις κατά τόπους εκκλησιαστικές οργανώσεις που έπαιζαν σημαντικό ρόλο στο αντιπολιτευτικό κίνημα). Τον Μάιο του 1988, ηγήθηκε της απεργίας των φοιτητών του Πανεπιστημίου του Γκντασκ, στη νομική σχολή του οποίου φοιτούσε· η φοιτητική κινητοποίηση συνδεόταν άμεσα με τις μεγάλες απεργίες της «Αλληλεγγύης» στα ναυπηγεία της πόλης, που κλόνισαν σοβαρά το πολωνικό καθεστώς και συνέβαλαν καίρια στην αποσταθεροποίηση και στην τελική κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στα τέλη του 1989.

Από το 1989 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990, ο Ανταμόβιτς υπήρξε ενεργό στέλεχος της «Αλληλεγγύης» στο πανεπιστήμιο της πόλης του, στη νομική σχολή του οποίου εργαζόταν ως βοηθός καθηγητή από την αποφοίτησή του και μέχρι το 1998. Τη χρονιά εκείνη, σε ηλικία 33 ετών, εξελέγη για πρώτη φορά δήμαρχος του Γκντανσκ («πρόεδρος», στην πολωνική διοικητική ορολογία), μιας πόλης μισού εκατομμυρίου κατοίκων που αποτελεί σημαντικό λιμάνι και βιομηχανικό-οικονομικό κέντρο της Πολωνίας. Είχε γίνει μέλος του δημοτικού συμβουλίου στα 25 του και πρόεδρός του σε ηλικία μόλις 27 ετών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στην πρώτη επανεκλογή του, το 2002, πήρε ποσοστό 72%. Παρέμεινε δήμαρχος επί μία εικοσαετία χωρίς να χάσει ούτε μία εκλογική μάχη – δολοφονήθηκε στην αρχή της έκτης θητείας του, που θα έληγε στα τέλη του 2022. Είχε τιμηθεί με τον Σταυρό Pro Ecclesia et Pontifice (2001) από τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄, με τον Αργυρούν Σταυρό της Τιμής (2003), με το Αργυρό Μετάλλιο Gloria Artis (2005), ήταν Ιππότης του Τάγματος της Polonia Restituta (2010), Ιππότης της Λεγεώνας της Τιμής (2012) και το 2014 του είχε απονεμηθεί ο Σταυρός της Ελευθερίας και την Αλληλεγγύης.
Στόχος των ακραίων

Ο Ανταμόβιτς ήταν ευρωπαϊστής και γνωστός για τις προοδευτικές αντιλήψεις του σε θέματα όπως η μετανάστευση ή τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας. Το 2018 έθεσε το Gay Pride του Γκντανσκ υπό την αιγίδα του δήμου, λαμβάνοντας και ο ίδιος μέρος. Δεν είναι λοιπόν διόλου παράξενο που βρέθηκε στο στόχαστρο οργανώσεων όπως η Παν-πολωνική Νεολαία, η οποία αποτελεί αναβίωση της ομώνυμης φασιστικής οργάνωσης που είχε ιδρυθεί το 1922.

Φίλος του κεντρώου φιλελεύθερου κόμματος Πολιτική Πλατφόρμα (συνιδρυτής του οποίου το 2001 ήταν ο Ντόναλντ Τουσκ), ο Πάβελ Ανταμόβιτς συγκρούστηκε κατ’ επανάληψιν με το κυβερνών κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη. Οι προσπάθειες του συντηρητικού, εθνικιστικού, ευρωσκεπτικιστικού κόμματος του Γιάροσλαβ Κατσίνσκι από το 2015 και μετά να ελέγξει τη Δικαιοσύνη και τα ΜΜΕ της χώρας βρήκαν συχνά απέναντι τον δήμαρχο. Να υπενθυμίσουμε ότι τον περασμένο Σεπτέμβριο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρέπεμψε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο την Πολωνία για έναν νόμο του Απριλίου του 2018, ο οποίος μειώνει τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης των μελών του ανωτάτου δικαστηρίου της χώρας.

Σύμφωνα με την Κομισιόν, ο εν λόγω νόμος «αντίκειται στη νομοθεσία της Ε.Ε. διότι υπονομεύει την αρχή της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, καθώς και τη μονιμότητα των δικαστών». Η Πολωνία, συνεπώς, σύμφωνα με τις Βρυξέλλες, παραβιάζει τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ενωση αλλά και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Ολα τα κόμματα και οι πολιτειακοί παράγοντες της χώρας φυσικά καταδίκασαν απερίφραστα τη δολοφονία του Ανταμόβιτς. Στη σημερινή Πολωνία, όμως, ένας τέτοιος φόνος δεν είναι πλέον αδιανόητος. «Αυτό είναι το ζήτημα για μένα», λέει ο Πιοτρ Μπούρας, επικεφαλής του πολωνικού γραφείου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων. «Πρόκειται για μια προειδοποίηση ότι, αν επιτρέψεις να κυριαρχήσει σε τέτοιο βαθμό το μίσος στον δημόσιο λόγο, πολλά μπορούν να συμβούν».

* Ο κ. Γιώργος Τσακνιάς είναι ιστορικός.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ