ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αυξάνονται οι πιθανότητες για ύφεση το 2020

DIANE SWONK / THE NEW YORK TIMES

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

H ζωηρή ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας στα μέσα του 2018 με το χρηματιστήριο να εμφανίζει άνοδο στους δείκτες του, τις προσλήψεις και τις καταναλωτικές δαπάνες να αυξάνονται, φανερώνουν έως έναν βαθμό τα οφέλη από το πρόγραμμα δημοσιονομικής στήριξης. Η κυβέρνηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ άσκησε πιέσεις και τελικώς πέρασε μια δέσμη τεράστιων φοροαπαλλαγών με στόχο να τονώσει έτι περαιτέρω την οικονομία. Στο Κογκρέσο ψηφίστηκαν οι προϋπολογισμοί των οικονομικών ετών 2018 και 2019, στους οποίους συγκαταλεγόταν μία σπάνια στα χρονικά δικομματική συμφωνία περί ενίσχυσης των δαπανών για την άμυνα και την πρόνοια. Ωστόσο, ο αντίκτυπος όλων αυτών των μέτρων αρχίζει να αποδυναμώνεται και ανακύπτουν προβλήματα τέτοια, που κάνουν πιο ορατή την πιθανότητα υφέσεως το 2020. Μέσα στις επόμενες ημέρες και ενόσω οι αμερικανικοί επιχειρηματικοί όμιλοι θα ανακοινώνουν τα αποτελέσματα του 2018, οι επιπτώσεις όλων των προαναφερθεισών δαπανών θα γίνουν απολύτως σαφείς.

Οι φοροελαφρύνσεις για τις εταιρείες συνέτειναν στην αύξηση των κερδών την προηγούμενη χρονιά και αυτό δεν θα είναι εύκολο να επαναληφθεί φέτος. Αυτές, λοιπόν, θεωρητικά αποφασίστηκαν για να κινητοποιήσουν τις εταιρείες να αυξήσουν τις επενδύσεις τους, την παραγωγικότητα των υπαλλήλων τους και τα περιθώρια κέρδους – όλοι αυτοί οι παράγοντες ενδεχομένως να τροφοδοτούσαν και την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους στο μέλλον, αλλά τελικώς οι προσδοκίες δεν επαληθεύτηκαν. Αντιθέτως, οι μεγάλοι όμιλοι αποφάσισαν να κάνουν ρεκόρ στην επαναγορά ιδίων μετοχών μέσα στο 2018, φθάνοντας το 1 τρισεκατομμύριο δολάριο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Goldman Sachs. Αρα επέστρεψαν τις δικές τους φοροαπαλλαγές στους μετόχους τους. Βέβαια, ας μην το λησμονούμε, οι επαναγορές μετοχών οδήγησαν σε άνοδο τις τιμές τους, η οποία αποδείχθηκε φευγαλέα, ειδικά μετά τις αυξήσεις φόρων, τα προβλήματα στις προμηθευτικές αλυσίδες και την αβεβαιότητα, που απορρέει από τους δασμούς και τις εντάσεις στον σινοαμερικανικό εμπορικό πόλεμο. Συν τοις άλλοις, και σε ατομικό επίπεδο μάλλον θα υπάρξει απογοήτευση φέτος, μια και οι επιστροφές φόρου λόγω των φορολογικών μεταρρυθμίσεων του 2017 δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα. Οι Αμερικανοί υπολόγιζαν στις επιστροφές για να αποπληρώσουν χρέη και να κάνουν μεγάλες αγορές, αλλά ενδεχομένως όταν αυτές καθυστερούν δημιουργούν απογοήτευση και οργή. Και η καθυστέρηση έχει να κάνει και με την υποστελέχωση των οικονομικών υπηρεσιών και τη διακοπή λειτουργίας μέρους του δημοσίου τομέα. Με λίγα λόγια, δεν είναι πιθανόν να υπάρξει άμεσα στο τρέχον οικονομικό έτος κάποια περαιτέρω αύξηση στις δημόσιες δαπάνες, οι οποίες στήριξαν εν πολλοίς την ανάπτυξη του 2018.

Οι Ρεπουμπλικανοί επέστρεψαν στην παλαιά τους αποστροφή για τα ελλείμματα, αφού άνοιξαν μια τρύπα στον προϋπολογισμό με τις φοροαπαλλαγές. Δυσμενώς λειτουργεί και η διακοπή λειτουργίας επί 35 ημέρες του δημοσίου, καθώς οι υπάλληλοι προσπαθούν να ανακτήσουν τον χαμένο χρόνο. Η μόνη αναφορά σε κάτι ανάλογο είναι η διακοπή λειτουργίας επί 21 ημέρες από τον Δεκέμβριο 1995 έως τον Ιανουάριο 1996. Τότε όπως και τώρα, όσοι είχαν συμβάσεις με το δημόσιο δέχθηκαν το σοβαρότερο πλήγμα, ενώ ορισμένες από τις ζημίες τους δεν καλύφθηκαν ποτέ.  Η Fed δεν έχει πολλά περιθώρια να μειώσει το κόστος δανεισμού, η ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας επιβραδύνεται και οι πολιτικοί εντός και εκτός ΗΠΑ απειλούν ο ένας τον άλλο, αυξάνοντας τις πιθανότητες για ύφεση το 2020. Προτού συμβεί αυτό χρειάζεται δράση για να διατηρηθεί η ανάπτυξη, όσο αυτή υπάρχει. Η σπουδαιότερη επένδυση που μπορούν να κάνουν στην οικονομία οι ΗΠΑ είναι η εκπαίδευση και η κατάρτιση, έργο των τοπικών κυβερνήσεων, ενώ η κεντρική κυβέρνηση μπορεί να επενδύσει στην αποκατάσταση και αναβάθμιση των υποδομών μέσω σταδιακής αύξησης των φόρων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ