ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΤΙΣΤΑΚΙΣ*

Πώς να προστατευθεί πραγματικά το τεκμήριο αθωότητας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ορθό είναι να τιμωρούνται οι παραβάτες, αλλά αυτό δεν είναι πρωτεύον. Ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος είναι στο κέντρο της προστασίας.

Μ​​ε αφορμή τις προ ολίγου καιρού πρωθυπουργικές δηλώσεις από το βήμα της Βουλής για την υπόθεση «Ριχάρδου», είχε τονιστεί από τον νομικό και δικαστικό κόσμο η υποχρέωση κάθε Ελληνα κρατικού αξιωματούχου, όσο υψηλόβαθμος κι αν είναι, να σέβεται το τεκμήριο αθωότητας. Η υποχρέωσή του, δηλαδή, να μην προβαίνει σε δημόσιες αξιολογικές δηλώσεις αναφορικά με εν εξελίξει ποινικές υποθέσεις, ακόμη κι αν αυτές έχουν κριθεί σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό Δικαιοσύνης.

Η προστασία του τεκμηρίου αθωότητας έχει τις ρίζες της στη Γαλλική Επανάσταση και στόχευε αρχικώς στην προστασία του κατηγορουμένου από τη μεροληπτική δικαιοσύνη. Σήμερα, ωστόσο, με τη φοβερή άνθηση των μέσων μαζικής επικοινωνίας, οι διαρκώς αυξανόμενοι παραβάτες του είναι οι κυβερνητικοί παράγοντες (και όχι οι δικαστές), οι οποίοι επιχειρούν επικοινωνιακές παραστάσεις καταλογισμού ποινικών ευθυνών για να επηρεάσουν την ποινική δικαιοσύνη. Η σημερινή, επομένως, προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας ισοδυναμεί με κυβερνητική απόπειρα χειραγώγησης των ποινικών δικαστών. Αυτή η διαπίστωση οδήγησε το 2016 την Ευρωπαϊκή Ενωση να υιοθετήσει την Οδηγία 2016/262/ΕΕ.

Λόγω της σημασίας του, η ελληνική έννομη τάξη κατοχυρώνει το τεκμήριο αθωότητας σε δύο υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, δεδομένου ότι αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ορθής διεξαγωγής της διαδικασίας («δίκαιη δίκη»): εκείνες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων. Ο Ελληνας νομοθέτης, μάλιστα, προχώρησε (ορθώς) πιο πέρα το 2010, προβλέποντας ότι τυχόν παραβίαση των διεθνών αυτών διατάξεων οδηγεί στην απόλυτη ακυρότητα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 11 του νόμου 3904/2010).

Επειδή όλα αυτά είναι γνωστά, έχουν δε οδηγήσει επανειλημμένως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην έκδοση καταδικαστικών αποφάσεων εις βάρος της Ελλάδας, είναι αδικαιολόγητη η επιλογή του υπουργείου Δικαιοσύνης να «λειάνει» το δικαίωμα στο τεκμήριο αθωότητας και να αφήσει απροστάτευτο τον κατηγορούμενο έναντι των Ελλήνων κυβερνητικών αξιωματούχων. Γιατί τι άλλο επιχειρεί να κάνει με το νομοσχέδιο για το τεκμήριο αθωότητας που κατατέθηκε προ ημερών στη Βουλή; Η κύρωση που προβλέπει το νομοσχέδιο είναι η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης ύστερα από χρονοβόρες δικαστικές μάχες σε τρεις βαθμούς πολιτικής δικαιοσύνης. Ωστόσο, το πρωταρχικό ζητούμενο δεν είναι η χρηματική ικανοποίηση, όπως έχει τονίσει το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στις καταδικαστικές του αποφάσεις. Κάθε προσπάθεια θεραπείας της προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας πρέπει να έχει σε πρώτο πλάνο την άμεση και αποτελεσματική απάλειψη των συνεπειών προσβολής για το θύμα. Ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος είναι στο κέντρο της προστασίας. Τη θέση αυτού επιχειρεί να δυσχεράνει ο αξιωματούχος, όταν αποπειράται με δημόσιες δηλώσεις να επηρεάσει τη Δικαιοσύνη. Με άλλα λόγια, ορθό είναι να τιμωρούνται οι παραβάτες, αλλά αυτό δεν είναι πρωτεύον. Πρωτεύον είναι να «επιδιορθωθεί» άμεσα η ποινική διαδικασία, την οποία σκοπίμως αποπειράθηκε να διασαλεύσει (ή τη διασάλευσε) ο κυβερνητικός αξιωματούχος. Μόνος, λοιπόν, τρόπος θεραπείας είναι η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Και ο τρόπος αυτός υφίσταται ήδη από το 2010: είναι η ακυρότητα της ποινικής διαδικασίας! Κοντολογίς, το υπουργείο Δικαιοσύνης δεν χρειαζόταν να κάνει τίποτε άλλο επί της ενσωμάτωσης της Οδηγίας παρά να επιβεβαιώσει πανηγυρικά την ισχύ του άρθρου 11 του νόμου 3904/2010.

Τα ανωτέρω θα αφορούσαν πιθανότατα αποκλειστικά τους νομικούς και δικαστικούς, αν δεν συνδέονταν με την πολιτική πρακτική των τελευταίων ετών. Ο πρωθυπουργός, το πρωθυπουργικό γραφείο και οι υπουργοί της κυβέρνησης σχολιάζουν εν εξελίξει ποινικές διώξεις και ανασύρουν στοιχεία από τις ποινικές δικογραφίες. Στο στόχαστρό τους έχουν μπει επιχειρηματίες, πολιτικοί και άλλοι, όλοι θύματα του τεκμηρίου αθωότητας. Οι κυβερνητικοί βουλευτές ας ξανασκεφτούν τις διατάξεις του νομοσχεδίου και να αναλογιστούν το ζήτημα της δημοκρατίας που αυτό θέτει. «Κάθε λέξη του Συντάγματος», γαρ.

* Ο κ. Γιάννης Κτιστάκις είναι επίκουρος καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ