ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Χ. Βογιάννου: Λείπουν τα ελληνικά προϊόντα από τη μαζική εστίαση

ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΟΓΙΑΝΝΟΥ*

Στις «μεγάλες περιοχές» του τουρισμού, σ’ εκείνες δηλαδή οι οποίες έχουν τα μεγάλα ξενοδοχεία και δέχονται τον μεγαλύτερο όγκο τουριστών, έχουν ήδη διαμορφωθεί συστήματα logistic και οργανωμένα δίκτυα, τα οποία διακινούν μεγάλες ποσότητες εισαγόμενων προϊόντων.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μ​​εγάλο θέμα συζήτησης είναι το γεγονός ότι η ελληνική παραγωγή τροφίμων δεν αξιοποιεί τα εκατομμύρια των τουριστών που συρρέουν κάθε καλοκαίρι στη χώρα μας, καθώς οι προμήθειες των μεγάλων ξενοδοχείων και πολλών εστιατορίων αποτελούνται σε συντριπτικό ποσοστό (πάνω από 80%) από εισαγόμενα προϊόντα.

Μέχρι τώρα οι ουσιαστικές αναλύσεις για τις αιτίες του προβλήματος είναι ανύπαρκτες. Πολλοί με επιπολαιότητα ισχυρίζονται πράγματα, απλά διότι κάτι πρέπει να πουν. Οπως ότι δεν αγαπούν οι ξενοδόχοι, οι εστιάτορες και οι σεφ την πατρίδα τους, η γενικότερη αδιαφορία και ξενομανία μας, τα πολύ φθηνά ξένα προϊόντα κ.ά.

Η εκτίμησή μου –με δεδομένο ότι η εταιρεία μας, η PROVIL, συνεργάζεται εδώ και πολλά χρόνια με το σύνολο σχεδόν των μεγάλων ξενοδοχείων της χώρας και με μεγάλη πλειοψηφία εστιατορίων– είναι ότι το γεγονός αυτό οφείλεται κυρίως στον μικρό όγκο παραγωγής των ελληνικών προϊόντων, στο σύστημα logistic (διανομή), στις συσκευασίες, στην έλλειψη πρωτογενούς παραγωγής για αρκετά προϊόντα, στην τεχνολογία. Και βέβαια, εν πολλοίς και στις τιμές, καθώς οι παραπάνω παράγοντες καθιστούν τα ελληνικά προϊόντα πολλές φορές ακριβότερα και μη ανταγωνιστικά σε σχέση με τα εισαγόμενα.

Το πρόβλημα στο Logistic και στους όγκους παραγωγής

Το δίκτυο διανομής είναι ένας «αγωγός», κατά κάποιον τρόπο, στον οποίο πρέπει να ριχθεί νερό για να γίνει η υδροδοσία. Το ζήτημα εδώ είναι ποιος θα προλάβει να ρίξει πρώτος, καλύτερα (δηλαδή με συνέχεια και συνέπεια) και περισσότερο, το δικό του νερό.

Για να γίνει κατανοητό. Πολλοί μικροί παραγωγοί για παράδειγμα λαχανικών δεν είναι σε θέση να τροφοδοτήσουν ένα δίκτυο με τις απαιτούμενες ποσότητες. Το δίκτυο δυσκολεύεται να συμπληρώσει τις ποσότητες από πολλούς παραγωγούς και έτσι, όταν βρεθεί κάποιος ο οποίος το τροφοδοτεί με όλες τις ποσότητες που χρειάζεται καθημερινά, έστω και με προϊόντα εισαγωγής, τον προτιμά. Το αυτό ισχύει για ένα μεγάλο ξενοδοχείο ή ακόμη για ένα εστιατόριο. Χρειάζεται ένα δίκτυο το οποίο να το τροφοδοτεί με πολλά προϊόντα στις απαραίτητες ποσότητες και το τελευταίο, με τη σειρά του, για να πάρει και να διατηρήσει τη δουλειά, προτιμά για κάθε προϊόν να έχει έναν προμηθευτή.

Ετσι, στις «μεγάλες περιοχές» του τουρισμού, σ’ εκείνες δηλαδή οι οποίες έχουν τα μεγάλα ξενοδοχεία και δέχονται τον μεγαλύτερο όγκο τουριστών, έχουν ήδη διαμορφωθεί συστήματα logistic και οργανωμένα δίκτυα, τα οποία διακινούν μεγάλες ποσότητες εισαγόμενων προϊόντων. Σημαντικό και αρνητικό ρόλο στην όλη κατάσταση παίζει και η μορφολογία του εδάφους της χώρας μας και οι νησιωτικές μας περιοχές που δυσκολεύουν τους μικρούς παραγωγούς στις μεταφορές των προϊόντων τους.

Προέχει η τροφοδοσία

Να σημειωθεί ότι η τροφοδοσία είναι ενέργεια μεγάλης έντασης, ειδικά στην τουριστική περίοδο, με μηδενική ανοχή σε αστοχίες. Αντιλαμβάνεται κανείς λοιπόν ότι τον πιο σπουδαίο ρόλο δεν τον παίζει ούτε η εξαιρετική ποιότητα ούτε η ελληνικότητα, συχνά ούτε η τιμή, αλλά η ροή των προϊόντων. Η συνέπεια, οι ποσότητες και ένα άρτιο και ανεκτό ποιοτικά προϊόν.

Κατάλληλες συσκευασίες

Επίσης, σημαντικό ρόλο παίζουν οι συσκευασίες. Συσκευασίες μιας χρήσης, έτοιμα κομμένα σε φέτες και μεριδοποιημένα προϊόντα κυριαρχούν γιατί διευκολύνουν, και συχνά οι ελληνικές εταιρείες δεν μπορούν να ανταποκριθούν σ’ αυτήν την ανάγκη.

Πρέπει όλοι να καταλάβουν ότι οι άνθρωποι του τουρισμού, της τροφοδοσίας και της εστίασης δουλεύουν το καλοκαίρι με μεγάλη ένταση και έχουν ως πρώτο μέλημα να εξυπηρετήσουν ικανοποιητικά και με ασφάλεια τους πελάτες τους. Σε βαθμό που δεν προλαβαίνουν ούτε να σκεφτούν την καλύτερη ποιότητα ή την προέλευση των προμηθειών τους.

Οι τιμές των ελληνικών προϊόντων

Το ζήτημα των τιμών δεν χρειάζεται περισσότερη ανάλυση. Είναι γνωστό ότι σε πολλές περιπτώσεις είναι πιο ακριβά τα προϊόντα μας. Οι αιτίες είναι πολλές αλλά η πιο βασική αφορά στις μικρές παραγωγικές μονάδες οι οποίες δεν μπορούν να κάνουν οικονομίες κλίμακος. Ασφαλώς αυτό δεν ισχύει για τις αρκετές από τις μεγάλες βιομηχανίες τροφίμων, αλλά φαίνεται ότι για την ώρα δεν αρκεί.

Η αναζήτηση λύσης

Και τι σημαίνουν όλα αυτά, λοιπόν; Πρέπει να αποδεχθούμε αυτή τη δυσμενή για την οικονομία μας κατάσταση;

Οχι βέβαια, απλά πρέπει να προσεγγίσουμε το πρόβλημα με επαγγελματισμό και όχι με επιπολαιότητες και αφορισμούς. Να το αναλύσουμε ώστε να προσαρμοστούν η βιομηχανία και οι παραγωγοί απόλυτα στις απαιτήσεις αυτής της αγοράς. Ειδικά το πρόβλημα των ποσοτήτων πρέπει να αντιμετωπιστεί με συνέργειες και προγραμματισμό. Και βέβαια, να στραφούμε σε προϊόντα ποιότητας δίνοντας σ’ αυτά προστιθέμενη αξία.

Δεν μπορούμε να αντικαταστήσουμε το σύνολο των εισαγόμενων προμηθειών με ελληνικά προϊόντα. Μπορούμε όμως να το κάνουμε για ένα μεγάλο μέρος, το οποίο θα βοηθήσει και την οικονομία της χώρας μας και τις τοπικές οικονομίες.

Η ανάδειξη της ελληνικής γαστρονομίας

Σε ένα μεγάλο βαθμό θα προσφέρει λύσεις η ανάδειξη της ελληνικής γαστρονομίας και η εξέλιξή της με τρόπο ώστε να στηρίξει περισσότερο τον τουρισμό και μέσα απ’ αυτόν τα προϊόντα της ελληνικής παραγωγής και της βιομηχανίας τροφίμων. Για παράδειγμα, μέσα από συνταγές και εδέσματα τα οποία θα εξαρτήσουν την τροφοδοσία από ελληνικές πρώτες ύλες.

* Ο κ. Χρήστος Βογιάννου είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της PROVIL Α.Ε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ