ΕΛΛΑΔΑ

Σπυρίδων Σφέτας: Θεσσαλονίκη, η αποποίηση του γερμανικού δώρου από τους Σέρβους

ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΣΦΕΤΑΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με αφορμή την αποσπασματική προδημοσίευση ορισμένων σελίδων στην «Καθημερινή» από το αναμενόμενο βιβλίο του Γερμανού δημοσιογράφου Mίχαελ Μάρτενς για τον Iβο Αντριτς, αποκομίζει κανείς την εντύπωση ότι η σερβοκεντρική Γιουγκοσλαβία του Μεσοπολέμου διεκδικούσε την πόλη της Θεσσαλονίκης και ότι η Γερμανία προσέφερε αυτό το αναπάντεχο δώρο. Τα γερμανικά έγγραφα που χρησιμοποίησε ο Γερμανός δημοσιογράφος είναι γνωστά στους ιστορικούς εδώ και δεκαετίες, το θέμα έχει μελετηθεί με πολλές πηγές και ξεκαθαριστεί. Με βάση το δημοσίευμα μπορεί ο πολίτης που τάσσεται με τις επιταγές του θυμικού κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών, χωρίς να την έχει μελετήσει, να εξυφαίνει θεωρίες συνωμοσίας, ότι και η Βόρειος Μακεδονία θα προβάλει ανάλογες διεκδικήσεις.

H Γιουγκοσλαβία του Μεσοπολέμου με κυρίαρχο το σερβικό στοιχείο αντιμετώπιζε, όπως και η Ελλάδα, την ιταλική απειλή. Η Ιταλία ήλεγχε πλήρως την Αδριατική, κατέχοντας την Ιστρια, τα λιμάνια Zαντάρ και Φιούμε (1920-1924), επέβαλε συγκυριαρχία στη Δαλματία (1925-1928) και μετέβαλε την Αλβανία σε ιταλικό προτεκτοράτο (1926-1927). Το λιμάνι της Θεσσαλονίκης ήταν ζωτικής σημασίας για την οικονομία της Γιουγκοσλαβίας. Ως μη αναθεωρητική κατά βάση δύναμη, δεν επιδίωκε την κατάληψη της πόλης, αλλά ελεύθερη πρόσβαση στο λιμάνι, μετά την οριστική αποκοπή της από την Αδριατική. Το θέμα διευθετήθηκε οριστικά από τον Βενιζέλο το 1928-29, χωρίς να θιγεί η ελληνική κυριαρχία. Την περίοδο 1929-1941 δεν υπήρξαν παράπονα του Βελιγραδίου σχετικά με τη λειτουργία της σερβικής ελεύθερης ζώνης. Με την προσάρτηση της Αυστρίας στη Γερμανία το 1938, η Γιουγκοσλαβία συνόρευε πλέον με το Τρίτο Ράιχ. Εγκλωβισμένο μεταξύ ναζιστικής Γερμανίας και φασιστικής Ιταλίας, χωρίς ουσιαστική στήριξη των πρώην δυτικών του συμμάχων, το Βελιγράδι έπρεπε να ασκεί μια ευέλικτη πολιτική ουδετερότητας. 

Μετά την ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδος, η κυβέρνηση των Τσέφτκοβιτς-Μάτσεκ (σερβοκροα-τική) εξέτασε το σενάριο της προσωρινής κατάληψης του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, για να μην περιέλθει αυτό σε ιταλικά χέρια και αποκοπεί η Γιουγκοσλαβία από το Αιγαίο. Ηταν μια κίνηση που γιουγκοσλαβικοί κύκλοι την ερμήνευ-αν ως μη στρεφόμενη κατά της Ελλάδος, η οποία θα προτιμούσε μια προσωρινή γιουγκοσλαβική κατάληψη του λιμανιού (με τη διαβεβαίωση επιστροφής) παρά μια ιταλική. Επειδή στο Βελιγράδι εκτιμούσαν ότι η Ιταλία θα εκλάμβανε κάθε κίνηση της Γιουγκοσλαβίας προς τη Θεσσαλονίκη ως εχθρική πράξη, ζητήθηκε η διαμεσολάβηση της Γερμανίας. Αλλά το Βερολίνο, στο οποίο πρέσβης της Γιουγκοσλαβίας ήταν ο γνωστός νομπελίστας Iβο Aντριτς, σιωπούσε. Εγκαιρα ενημερωμένη για τα γιουγκοσλαβικά σχέδια, η Ιταλία διέταξε ως αποτροπή τον βομβαρδισμό του Μοναστηρίου, στις 5 Νοεμβρίου 1940, κατά τη διάρκεια της ημέρας. Με την έναρξη της ελληνικής αντεπίθεσης κατά της Ιταλίας, τα γιουγκοσλαβικά σχέδια εγκαταλείφθηκαν. Ο σερβικός επί της ουσίας στρατός βοήθησε με πολεμικό υλικό τον μαχόμενο στην Αλβανία ελληνικό στρατό και αρνήθηκε να επιτρέψει τη διέλευση ιταλικού στρατού από γιουγκοσλαβικό έδαφος για ιταλική κυκλωτική κίνηση του ελληνικού στρατού.

Με τη γερμανική εμπλοκή στα Βαλκάνια (σχέδιο Μπαρμπαρόσα κατά της Σοβιετικής Ενωσης, σχέδιο Μαρίτα κατά της Ελλάδας), το Βερολίνο ενέτεινε τις πιέσεις στο Βελιγράδι για προσχώρηση της Γιουγκοσλαβίας στον Αξονα με ευνοϊκούς όρους που θα μπορούσαν να δημοσιευθούν: Η χώρα de facto θα παρέμενε ουδέτερη, θα εξασφαλιζόταν η εδαφική της ακεραιότητα, δεν θα συμμετείχε σε πολεμικές επιχειρήσεις, ούτε πολεμικό υλι-κό θα μεταφερόταν από το έδαφός της, μεταπολεμικά θα προσαρτούσε τη Θεσσαλονίκη. Η Γερμανία ήθελε να ελέγχει τη Γιουγκοσλαβία με την προσχώρηση στον Αξονα. Ο Χίτλερ ως Αυστριακός γνώριζε τη μαχητικότητα των Σέρβων το 1914, το Βερολίνο γνώριζε επίσης για τη βοήθεια των Σέρβων προς τον ελληνικό στρατό στο αλβανικό μέτωπο. Οταν έπεσε η Γαλλία (Ιούνιος 1940), οι Γερμανοί βρήκαν στο Υπουργείο Πολέμου στο Παρίσι αλληλογραφία του Γενικού Επιτελείου της Γαλλίας με το αντίστοιχο γιουγκοσλαβικό, το 1939, για τη δυνατότητα συμμαχικής απόβασης στη Θεσσαλονίκη. 

Ο αγγλόφιλος αντιβασιλέας Παύλος, νυμφευμένος με Ελληνίδα, δεν φάνηκε πρόθυμος να δεχθεί το δώρο και επισήμανε ότι στην περίπτωση αυτή δεν θα παρέμενε ούτε έξι μήνες στην εξουσία. Οι Γερμανοί υποτίμησαν τον γιουγκοσλαβικό στρατό όπου κυριαρχούσαν Σέρβοι αξιωματικοί.

Οι νωπές μνήμες από τις θηριωδίες των Αυστριακών κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο καθιστούσαν τους Σέρβους απρόθυμους να «εξαγοραστούν» και να διαπράξουν ατιμία κατά των πρώην Συμμάχων τους. 

Ο στρατός προετοίμαζε πραξικόπημα, για τη χρονική στιγμή απλά περίμενε να το δει στις κινήσεις του Παύλου. Οταν έπειτα από αφόρητες γερμανικές απειλές διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας, ο Παύλος υποχώρησε και η χώρα προσχώρησε στον Αξονα, στις 25 Μαρτίου 1941, με τους δελεαστικούς γερμανικούς όρους, στις 27 Μαρτίου 1941 πραξικόπημα του στρατηγού Ντούσαν Σίμοβιτς ανέτρεψε την κυβέρνηση και ο Παύλος εγκατέλειψε τη χώρα. Το πραξικόπημα προκάλεσε ενθουσιασμό στη Σερβία (καλύτερα πόλεμος παρά σύμφωνο, καλύτερα στον τάφο παρά στη δουλεία).

Για λόγους παραπλάνησης, οι πραξικοπηματίες τόνιζαν στο Βερολίνο ότι δεν θίγονταν οι δεσμεύσεις της Γιουγκοσλαβίας έναντι του Αξονα, η νέα κυβέρνηση ήθελε να κερδίσει απλά χρόνο για να προετοιμάσει την άμυνα της χώρας, όντας σίγουρη για γερμανική επίθεση. Πνέοντας μένεα κατά των Σέρβων, ο Χίτλερ διέταξε μαζί με την Ελλάδα, στις 6 Απριλίου 1941, να εξουδετερωθεί και η Γιουγκοσλαβία.   

* Ο κ. Σπυρίδων Σφέτας είναι καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Βαλκανικής Ιστορίας στο ΑΠΘ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ