Security Bulletin

SECURITY BULLETIN

Η συμφωνία των Πρεσπών και οι σλαβόφωνοι Eλληνες

ΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΣΥΡΙΓΟΣ

Αρκεί η συμφωνία των Πρεσπών για να δημιουργηθεί «μακεδονική» μειονότητα στην Ελλάδα; Εδώ και πολλά χρόνια είναι αποδεκτό πως η ύπαρξη μίας μειονότητας δεν είναι νομικό αλλά πραγματικό γεγονός. Επομένως ένα νομικό κείμενο δεν αρκεί για να δημιουργηθεί μειονότητα. Πρέπει και να υφίσταται μειονότητα. Η επίσημη θέση του ελληνικού κράτους εδώ και πολλές δεκαετίες είναι ότι στην Ελλάδα υπάρχει μόνον μια αναγνωρισμένη θρησκευτική μειονότητα στη Θράκη. Η συγκεκριμένη μειονότητα χωρίζεται σε τρεις εθνοτικές ομάδες: τους τουρκογενείς/τουρκόφωνους, τους Πομάκους και τους Τσιγγάνους. Αυτή η επίσημη θέση ανταποκρίνεται σε γενικές γραμμές στην ελληνική πραγματικότητα.

Στην Ελλάδα υπάρχουν όμως και άλλες ομάδες με ξεχωριστά πολιτισμικά, θρησκευτικά και γλωσσικά χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν σε στοιχεία μειονοτικής ταυτότητας. Υπάρχουν επί παραδείγματι θρησκευτικές ομάδες οι οποίες δεν ανήκουν στην επικρατούσα στη χώρα θρησκεία ή δόγμα. Η πιο χαρακτηριστική τέτοια ομάδα είναι οι Εβραίοι. Δίπλα σε αυτούς υπάρχουν οι καθολικοί που ζουν κυρίως στις Κυκλάδες, οι παλαιοημερολογίτες ή τα διάφορα δόγματα Ευαγγελιστών που βρίσκονται στην Ελλάδα πάνω από 100 χρόνια. Υπάρχουν επίσης γλωσσικές ομάδες. Οι δύο μεγαλύτερες είναι οι Αρβανίτες και οι Βλάχοι. Σε αυτούς πρέπει να προσθέσουμε και τους Σλαβόφωνους που ζουν σε κάποιες περιοχές της Μακεδονίας. Τέλος, έχουμε και μία συγκεκριμένη ομάδα με διαφορετική κουλτούρα, παραδόσεις και γλώσσα, τους Τσιγγάνους, που η πολιτική ορθότητα αποκαλεί Ρομά (λες και αλλάζοντας το όνομά, αλλάζουμε και τις άθλιες συνθήκες υπό τις οποίες ζουν). Αποτελούν όλες αυτές οι ομάδες μειονότητα; 

Η απάντηση είναι κατηγορηματικά αρνητική. Η ύπαρξη κάποιου ξεχωριστού εθνοτικού, θρησκευτικού ή πολιτισμικού χαρακτηριστικού δεν αρκεί. Απαιτείται να υπάρχουν τρία ακόμη στοιχεία:

(α) Η επιθυμία της συγκεκριμένης ομάδας να διατηρήσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν και συνιστούν την ξεχωριστή της ταυτότητα. Δεν μπορεί να επιβληθεί σε κάποιον να διαφυλάξει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, εάν ο ίδιος δεν ενδιαφέρεται. 

(β) Η επιθυμία διατηρήσεως των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών θα πρέπει να κατατείνει στη λήψη ιδιαίτερων μέτρων μειονοτικής προστασίας. Αυτό αναφέρεται διότι πολλές τέτοιες ομάδες καλύπτονται απολύτως από  την προστασία που τους παρέχει η προβλεπόμενη από το Σύνταγμα εφαρμογή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της ισοπολιτείας. 

(γ) Τέλος, ακόμη και στην περίπτωση που υπάρχει η σχετική επιθυμία από κάποια μέλη της ομάδας, ο αριθμός τους είναι σημαντικός. Πρέπει να είναι λιγότεροι από τον υπόλοιπο πληθυσμό του κράτους αλλά αριθμητικά επαρκείς προς αντιπροσώπευση. 

Υπ’ αυτό το πρίσμα οι Έλληνες εβραϊκού θρησκεύματος ή καθολικού ή ευαγγελικού χριστιανικού δόγματος δεν συνιστούν μειονότητα διότι δεν επιθυμούν να θεωρούνται μειονότητα. Αρκούνται στις σχετικές προβλέψεις του άρθρου 13 του Συντάγματος που ορίζει ότι «Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με την λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων».. Από την άλλη πλευρά, οι Τσιγγάνοι στην Ελλάδα θεωρούν αυτούς ως μειονεκτούσα κοινωνική ομάδα παρά ως μειονότητα. 

Τέλος, υπάρχουν και οι τρεις γλωσσικές ομάδες που προαναφέρθηκαν. Όλα τα ιστορικά στοιχεία που τις αφορούν κατατείνουν ότι η παρουσία τους στον ελληνικό χώρο είναι συνδεδεμένη απόλυτα ή σε πολύ μεγάλο βαθμό με τους αγώνες του ελληνικού έθνους και την ιδιότητά τους ως Ελλήνων. Ο αριθμός των Αρβανιτών που διετέλεσαν πρωθυπουργοί ή πρόεδροι Δημοκρατίας της Ελλάδας (Γεώργιος και Παύλος Κουντουριώτης, Κριεζής, Μιαούλης, Πάγκαλος, Δημήτριος και Πέτρος Βούλγαρης) κάθε άλλο κατατείνει προς την εικόνα μίας καταπιεσμένης μειονότητας. Το αυτό ισχύει και για τους Βλάχους. Εκτός από σπουδαίους πολιτικούς σε ανώτατες θέσεις (ενδεικτικά ο Ιωάννης Κωλέττης και ο Αβέρωφ), υπήρξε και μία σειρά μεγάλων βλάχων ευεργετών που ενώ ο τόπος καταγωγής τους ήταν ακόμη υποδουλωμένος στους Οθωμανούς εκείνοι χρηματοδοτούσαν μεγάλα δημόσια έργα και κτήρια στην πρωτεύουσα του εθνικού τους κράτους, την Αθήνα (οι αδελφοί Ζάππα και το Ζάππειο, οι Μιχαήλ και Γεώργιος Τοσίτσας, ο Σίνας και το κτήριο της Ακαδημίας, το Μετσόβιο Πολυτεχνείο κ.ο.κ.). 

Σε αυτή την ομάδα υπάγονται και οι Σλαβόφωνοι της Μακεδονίας. Παρουσία Σλαβόφωνων υπήρχε και στην επανάσταση του 1821, ενώ σειρά αγωνιστών του μακεδονικού αγώνα ήταν σλαβόφωνοι με πλέον εμβληματική μορφή τον καπετάν Κώττα. Η ελληνική συνείδηση τους μπορεί να αμφισβητηθεί μόνον κατ’ αντιστοιχίαν κάποιων ακραίων απόψεων που τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να υποστηρίξουν ότι και οι Σουλιώτες (που δεν έχουν λείψει από κανέναν αγώνα του ελληνικού έθνους μετά τον 18ο αιώνα) δεν ήσαν Έλληνες επειδή ένα σημαντικό ποσοστό τους μιλούσε αρβανίτικα. Υπήρχαν ανάμεσά στους Σλαβόφωνουτς και άτομα που δεν είχαν ελληνική εθνική συνείδηση; Προφανώς! Πολλοί από αυτούς που αισθάνονταν Βούλγαροι έφυγαν μετά τη συνθήκη του Νειγύ (1919) προς τη Βουλγαρία. Aλλοι έφυγαν μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου προς τη Γιουγκοσλαβία. 

Ειδικώς ως προς τους Σλαβόφωνους αναφέρεται μετ’ επιτάσεως ότι το ελληνικό κράτος άσκησε, κατά το παρελθόν, εις βάρος τους πολιτικές που στρέφονταν κατά της χρήσεως της συγκεκριμένης γλώσσας. Είναι γεγονός ότι υπήρξαν τέτοιες πολιτικές κατά τη δικτατορία Μεταξά και τη μετεμφυλιακή περίοδο. Όλες αυτές οι πολιτικές ήταν η απάντηση του ελληνικού κράτους (όχι πάντα ήπια ή ψύχραιμη) στο ιδεολόγημα της Κομμουνιστικής Διεθνούς περί υπάρξεως ενός «μακεδονικού έθνους» που ήταν τριχοτομημένο ανάμεσα σε Ελλάδα, Βουλγαρία και Γιουγκοσλαβία και αναζητούσε την απελευθέρωσή του. Δεν πρέπει να λησμονούμε άλλωστε ότι ο λόγος που ο Τίτο βοηθούσε συστηματικά τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας κατά τον ελληνικό εμφύλιο οφειλόταν στην προσδοκία ότι σε περίπτωση επιτυχίας του θα αποσπάτο ένα τμήμα της ελληνικής Μακεδονία για να ενωθεί με τη Γιουγκοσλαβία

Ως προς όλες αυτές τις γλωσσικές ομάδες πρέπει να τονισθεί κάτι σημαντικό. Εδώ και πολλές δεκαετίες δεν υπάρχουν πλέον αμιγείς αλλόγλωσσοι πληθυσμοί. Σε όλες τις περιπτώσεις μιλάμε για δίγλωσσους πληθυσμούς όπου οι φυσικοί χειριστές είτε της αρβανίτικης, είτε της βλαχικής είτε της σλαβικής γλώσσας είναι άτομα τουλάχιστον άνω των 40 ετών, εάν όχι πολύ μεγαλύτερα. 

Αυτή είναι η γενική εικόνα ως προς την παρουσία μειονοτήτων στην Ελλάδα. Ας έλθουμε τώρα στα προβλήματα που δημιουργεί η Συμφωνία των Πρεσπών ως προς το θέμα της εγέρσεως μειονοτικών δικαιωμάτων. Όσοι τάσσονται υπέρ της Συμφωνίας τονίζουν ότι τα Σκόπια αναλαμβάνουν την υποχρέωση να σταματήσουν τις επίσημες μειονοτικές διεκδικήσεις τους σε γειτονικές χώρες. Αυτό είναι γεγονός. Εκείνο που δεν αναφέρουν όμως είναι ότι το πρόβλημα δεν θα δημιουργηθεί από τα Σκόπια. Το πρόβλημα θα δημιουργηθεί εντός της Ελλάδος από έλληνες πολίτες που θα χρησιμοποιήσουν διατάξεις της Συμφωνίας των Πρεσπών για να προβάλλουν μειονοτική ταυτότητα. 

Η συμφωνία των Πρεσπών αναγνωρίζει «μακεδονική» γλώσσα. Εάν εντάσσεται ή όχι στις νότιες σλαβικές γλώσσες, όπως ορίζεται στη Συμφωνία, ελάχιστη σημασία έχει. Το σημαντικό είναι η αναγνώριση γλώσσας που χαρακτηρίζεται ως «μακεδονική». Βάσει της συγκεκριμένης συμφωνίας θα εμφανισθούν κάποιοι π.χ. ως «σωματείο μελέτης της μακεδονικής γλώσσας» που έχει αναγνωρισθεί με τα άρθρα 1.3.γ και 7.4 της Συμφωνίας των Πρεσπών, όπως έχει κυρωθεί με τον Ν. 4588/2019. Τί δυνατότητες έχουν να κρίνουν διαφορετικά τα ελληνικά δικαστήρια;

Αντίστοιχο πρόβλημα δημιουργείται με τη χρήση του επιθετικού προσδιορισμού «μακεδονικός» ως προς την nationality (υπηκοότητα/ιθαγένεια ή εθνικότητα). Είναι θετικό ότι ο όρος nationality ερμηνεύθηκε από τους Σκοπιανούς ως υπηκοότητα/ιθαγένεια και όχι ως εθνικότητα. Αυτό περιορίζει το πρόβλημα αλλά δεν το εξαλείφει. Το γενικό πρόβλημα με τη Συμφωνία των Πρεσπών είναι ότι χρησιμοποιεί επιθετικούς προσδιορισμούς που αναφέρονται σε στοιχεία ταυτότητας. Πρόκειται ακριβώς για τα στοιχεία που βρίσκουμε στην έννοια της μειονότητας. Ενώ δεν υπάρχει μειονότητα, υπάρχουν τα τυπικά στοιχεία για την επίκληση υπάρξεως μειονότητας. Όλα αυτά θα δώσουν τη δυνατότητα σε μία δράκα ατόμων (ουσιαστικά λίγες δεκάδες ή εκατοντάδες άτομα) να τραβούν την προσοχή, να δημιουργούν εντυπώσεις περί καταπιέσεων και να μιλούν για τη δήθεν ύπαρξη μειονότητας. Και αυτό θα οφείλεται στις λανθασμένες επιλογές της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Επιπλέον, έχει εντελώς διαφορετικό βάρος η αναφορά σε μειονοτική «μακεδονική» ταυτότητα εν συγκρίσει προς μία αντίστοιχη βουλγαρική. Οι Βούλγαροι δεν παύουν να είναι οι εισβολείς του Α΄ και Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι σαν να μιλάμε σήμερα για δικαιώματα γερμανικών μειονοτήτων σε Τσεχία ή Πολωνία. Αντιθέτως, μία «μακεδονική» μειονότητα είναι πολύ πιο εύπεπτη. Πρόκειται για ένα μικρό κράτος που εκ τους μεγέθους του καθίσταται εκ προοιμίου συμπαθές. Παράλληλα, το ελληνικό κράτος θα κληθεί, με την αναγνώριση τέτοιων σωματείων, να αποδεχθεί πως μέσα στην Ελλάδα, "μακεδονικό" θα είναι κάτι το μη ελληνικό, κάτι που θα προσβάλει την ταυτότητα εκατομμυρίων Ελλήνων Μακεδόνων. Αυτό θα γίνει λόγω των διατάξεων της Συμφωνίας των Πρεσπών που θα δωσουν την ευκαιρία σε ελάχιστα άτομα μέσα στη χώρα να θέσουν παρόμοιο θέμα.

* Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ