ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Τα μυστικά των δέντρων

Δημήτρης Κοτσώνης

– Θα επιστρέψουμε ποτέ εδώ;

Ο παππούς δεν απάντησε αμέσως. Έκανε αυτό που θα έπρεπε να περιμένω να κάνει. Σήκωσε ανάλαφρα το βλέμμα και κοίταξε αλλού, σαν ξαφνικά κάτι απρόσμενα ενδιαφέρον να είχε προσελκύσει το ενδιαφέρον του. Προσπάθησα να αφουγκραστώ τη στιγμή, επαναλαμβάνοντας την ίδια προσποίηση: να του δείξω πως τον πιστεύω. 

Ήμασταν πάντα στο αγαπημένο μας σημείο· στο ξέφωτο με θέα τους θεόρατους κορμούς των δέντρων. Και ήταν πάλι εκείνη η στιγμή που με μπέρδευε διαρκώς: δεν μπορούσα να καταλάβω αν το αεράκι που είχε σηκωθεί ήταν πραγματικός αέρας ή για άλλη μια φορά τα δέντρα έκαναν τα δικά τους.

Ο παππούς με είχε μυήσει στην υπόγεια γλώσσα των δέντρων, αλλά τώρα το στόμα του δεν έλεγε τίποτα. Ήμουν εκεί σαν χαζός να παρακολουθώ έναν άνθρωπο που χάζευε στη μέση του δάσους. Μπορούσε να φλυαρεί για ώρες για τις οξιές και τις βελανιδιές, για την κατάλληλη υγρασία και το χώμα, για ένα σωρό πράγματα που είχε μάθει από μόνος του. Και σε λίγο ο ήδη κάπως χλωμός ήλιος θα χανόταν, κι εμείς θα είχαμε λιγότερο από μία ώρα για να γυρίσουμε στο κιόσκι δίπλα στο ποτάμι. 

«Τι θέλεις να ρωτήσεις πραγματικά;»

Μου άρεσε το αγαπημένο παιχνίδι του παππού: να υπεκφεύγει. Να αγνοεί μια φυσιολογική ερώτηση και να σε κάνει να γουρλώνεις τα μάτια σου. Να σε προκαλεί να σκέφτεσαι χωρίς λόγο τη στιγμή που ήθελες μόνο ένα «ναι» ή ένα «όχι». Αλλά στον παππού δεν άρεσαν τα «ναι» και τα «όχι» ούτε οι ερωτήσεις που ήταν φτιαγμένες για γρήγορες απαντήσεις. Δεν υπήρχε κάτι υπεροπτικό σε αυτή την ασυνήθιστη συμπεριφορά. Απλώς έτσι ήταν φτιαγμένος ο παππούς μου. Φλυαρούσε για τα ασήμαντα, σώπαινε στα σημαντικά· ή τουλάχιστον σε όσα ένας δωδεκάχρονος θεωρεί σημαντικά.  

Το δάσος ήταν κοντά στην κωμόπολη όπου μεγάλωσα. Είχαμε γεννηθεί για να το αγνοούμε, στην καλύτερη περίπτωση. Ένας ψηλός, σκοτεινός, αντιπαθητικός φράκτης που μας καταδίκαζε σε απομόνωση από την υπόλοιπη χώρα. 

«Θέλω να ρωτήσω αυτό που ρώτησα», είπα καρφώνοντας τα μάτια μου στο χώμα.

Ήταν η ώρα ο παππούς να αφήσει το γενναιόδωρο, αβίαστο χαμόγελό του. 

Και αμέσως μετά: «Γιατί μου το κάνεις αυτό;». Η σειρά μου να παίξω το παιχνίδι μας.

Οι Κυριακές με τον παππού στο δάσος ήταν ένα διάλειμμα ενηλικίωσης σε έναν κόσμο που δεν έλεγε να καταλάβει ότι μεγάλωνα. Με αντιμετώπιζε σαν φίλο του, αυτός ήταν, υποθέτω, ο λόγος που δεν μου απαντούσε αμέσως στις παιδικές μου ερωτήσεις. Μάλλον τον μπέρδευα. 

Πολύ πριν από τον Peter Wohlleben, ο παππούς μου μού είχε μιλήσει για το συναρπαστικό σύμπαν του δάσους. Σίγουρα όχι ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που το έκανε δεκαετίες μετά ο διακεκριμένος Γερμανός δασολόγος στο μπεστ σέλερ του «Η μυστική ζωή των δέντρων» (εκδόσεις Πατάκη), αλλά οπωσδήποτε με την ένταση και το πάθος ενός αφοσιωμένου συνοδοιπόρου από τη μακρινή Μεσόγειο. Ναι, τα δέντρα έχουν μνήμη, ανταλλάσσουν μηνύματα, αισθάνονται πόνο, παθαίνουν εγκαύματα και κάνουν ρυτίδες. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν μου έκανε εντύπωση.

«Νομίζω ρωτάς, γιατί με βλέπεις να μεγαλώνω και να μην έχω πολλές δυνάμεις». 

Ανασήκωσα βεβιασμένα τους ώμους. Είχα θυμώσει, αλλά πρώτον, δεν το ήξερα και δεύτερον, δεν είχα καμιά όρεξη να το δείξω. Το μόνο που ήθελα ήταν να σηκωθούμε και να φύγουμε. Να προλάβουμε ανοικτό το κιόσκι.

Αλλά ο παππούς δεν είχε πει την τελευταία του λέξη. 

«Θα σου πω κάτι. Το δάσος θα είναι πάντα εδώ».       ■

* Ο Δημήτρης Κοτσώνης είναι εκπαιδευτικός.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ