ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Δεσμώτης των Κυριακάτικων εφημερίδων

Ρένος Χαραλαμπίδης

Οι κυριακάτικες εφημερίδες είναι η καβαφική πόλη που με ακολουθεί. Δεν έχει πλοίο για με, δεν έχει οδό. Πάντα στην ίδια εφημερίδα θα γυρνώ. Και τα νέα θα είναι πάντα τα ίδια και ολοκαίνουργια. Συνειδητοποιώ το πόσες φορές σε διακοπές, περιοδείες, ακόμα και σε ταξίδια στο εξωτερικό, ψάχνω εθισμένος κυριακάτικη εφημεριδα. Και πια ξέρω ότι για μένα η Κυριακή δεν μπορεί να έρθει αν δεν τη φέρει ο κυριακάτικος Τύπος.

Ο πολιτισμός της κυριακάτικης εφημερίδας με διαμόρφωσε. Έρχομαι από μια λαϊκή οικογένεια, που δεν διάβαζε καθόλου εφημερίδες. Άρα δεν είναι κεκτημένη ταχύτητα. Είναι ραντεβού προσωπικό. Τις ανακάλυψα και με ανακάλυψαν. Ανά εποχές διάβασα όλες τις εφημερίδες. Ξεκινώντας από αυτές με μεγάλες φωτογραφίες και επαναστατικές λεζάντες και καταλήγοντας σε εφημερίδες κειμένων. Όσο μεγάλωνα και περίπου έβρισκα τον εαυτό μου, έβρισκα και την εφημερίδα που θα γραφόταν προσωπικά για μένα.

Άραγε ποια ύλη από την εφημερίδα είναι κυριακάτικη; Μα σίγουρα αυτή που μπορεί να διαβαστεί και μετά από χρόνια. Η διαφορά τους από τις καθημερινές είναι ότι δεν έχουν την αγωνία της επικαιρότητας.

Σνομπάρω τον καθημερινό Τύπο. Η λέξη «καθημερινότητα» στις εφημερίδες με ενοχλεί. Ενώ το εφήμερο με ξαλαφρώνει από το βάρος της βεβαιότητας.

Η κυριακάτικη εφημερίδα είναι σαν γράμμα που περιμένω. Και τις Κυριακές που δεν διάβασα είναι σαν «γράμμα παραπεταμένο σε μια άκρη του ουρανού», όπως θα μου έλεγε και ο Ελύτης. Σαν να έχω ραντεβού με ενδιαφέροντες ανθρώπους, που την Κυριακή θα μου πουν όλα όσα αξίζει να μάθω από την εβδομάδα που πέρασε. Ένα φίλτρο για όλα εκείνα στα οποία θα έπρεπε να στρέψω την προσοχή μου και να δώσω χρόνο διαβάζοντας βαθιά. Αλλά ίσως να τις διαβάζω και με συγκίνηση, για να μάθω ειδήσεις από την εσωτερική μου ζωή. Τι νέα από μένα;

Η κυριακάτικη εφημερίδα επιβάλλει ιεροτελεστία που μπορεί να γίνει μόνο στον υλικό κόσμο. Όχι στον ψηφιακό. Το παρθένο, ατσαλάκωτο, ευαίσθητο και φθηνό πολτοποιημένο χαρτί γίνεται προσωπική υπόθεση. Σαν να τυπώθηκε όλο το τιράζ μόνο για μένα. Το να ξεφυλλίζεις εφημερίδα που διαβάστηκε, που έπεσαν πάνω της άλλα μάτια και τη μαγάρισαν ξένα χέρια, κάνει μέσα μου μουντζούρα. Λες και είναι κάτι προσωπικό, που δεν πρέπει να το αγγίξει άλλος.

Η ανάγνωση πρέπει να γίνεται σε δημόσιους χώρους. Συναντάω παλιούς μου εαυτούς να διαβάζουν κυριακάτικες εφημερίδες σε άλλους καιρούς, σε πρωινά άδεια κυριακάτικα καφενεία, που χάθηκαν εδώ και χρόνια. Στον Λουμπαρδιάρη. Στο καφενείον «Η Ελλάς» στο Παγκράτι. Αναγνωστήρια που μου στέλνουν χαιρετίσματα μιας άλλης εποχής.

Ο ψηφιακός κόσμος δεν εξόρισε, αλλά δυνάμωσε την κυριακάτικη εφημερίδα. Τα σημαντικά πρέπει να μπορείς να τα πιάσεις με τα χέρια σου. Την έκανε μυθική, κώδικα για μυημένους. Δεν την παίρνεις για να ενημερωθείς, αλλά για να απολαύσεις την παρέα της. Για να δηλώσεις κάποιο μυστηριώδες «παρών». Η φρέσκια μυρωδιά πολτοποιημένου χαρτιού και μελάνης. Τα μαυρισμένα δάχτυλα. Έπιασες τη γνώση και λερώθηκες.

Κυριακή πρωί, μέσα φθινοπώρου, μόνο εγώ στο παλιό μεταπολεμικό Zonar’s να διαβάζω φρέσκες εφημερίδες. Τότε. Σε άλλες εποχές. Και να κρατάω γρήγορες σημειώσεις στα περιθώρια των άρθρων για τα σενάριά μου. Να μια εποχή και ένας εαυτός μου που έφυγε οριστικά. Και που μόνο η ανάγνωση κυριακάτικων εφημερίδων με συνδέουν πια με αυτόν.  ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ