ΒΙΒΛΙΟ

«Μου έμαθε τη χαρά της ζωής»

Η Μαργαρίτα Καραπάνου (αριστερά) και η Φωτεινή Τσαλίκογλου στο εικαστικό που κοσμεί το εξώφυλλο του επανεκδιδόμενου από τις εκδόσεις Καστανιώτη βιβλίου τους «Μήπως;».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πόσο αντέχουν στον χρόνο οι φιλίες; Είμαστε οι φιλίες μας. Είμαστε η ζωή όπως τη ζήσαμε και όπως τη φανταστήκαμε. Είμαστε το μέλλον μας. Είμαστε η μνήμη που διασώζει, που εκ νέου μεταπλάθει και επινοεί αυτό που έχει χαθεί. Κυρίως όμως είμαστε αυτό-που-δεν-είναι-πια. Οταν μιλώ γι’ αυτο που δεν είναι πια, στον νου μου έρχεται αβίαστα ένα πρόσωπο: η Μαργαρίτα Καραπάνου. Η ξεχωριστή μου φιλενάδα. Πόσο αντέχει στον χρόνο η φιλία;

1980-2008. Eιρωνεία: η θλιμμένη Μαργαρίτα, από το 1980 που τη γνώρισα, μου έμαθε όσο κανείς άλλος, την άνευ όρων και ορίων χαρά της ζωής. Και το δόσιμό της. Ααα! αυτό το δυσεύρετο δώρο! Είμαι σίγουρη πως αν χρειαζόταν, αν είχε κρύο και παγωνιά, θα σκαρφάλωνε ασθμαίνοντας ένα κακοτράχαλο βουνό, για να με συντρέξει με ένα ζεστό πανωφόρι. Σε αυτούς τους άφιλους καιρούς, εκείνη βρισκόταν έτη φωτός μακριά από όλα όσα συγκροτούν τον «υγιή» και «νορμάλ», σήμερα, τρόπο ζωής. Η τσιγκουνιά, η επιφύλαξη, η καχυποψία, το δούναι και λαβείν, «Do ut des» (δίνω για να μου δώσεις), «θα σου δώσω αυτό, αρκεί να μου δώσεις κι εσύ το άλλο» και μάλιστα «τώρα θα μου το δώσεις, αυτή τη στιγμή, χέρι με χέρι». Τα γνώριμα, γύρω μας βλέμματα που μας κυκλώνουν, το μοχθηρό, το φθονερό, το αρπαχτικό ή το απαθές, το άδειο βλέμμα, τόσο ξένα, τόσο ανοίκεια είναι για τη Μαργαρίτα.

1976. Αν είναι αλήθεια ότι «συγγραφέας είναι εκείνος που παίζει με το σώμα της μάνας του, με αυτό δηλαδή που δεν θα αποκτήσει ποτέ», κι αν αυτό που δεν θα αποκτήσεις ποτέ σε παροτρύνει να γράφεις και να δημιουργείς, τότε η Μαργαρίτα δεν θα μπορούσε να είναι τίποτα άλλο από συγγραφέας. Η ψυχική της οδύνη μετουσιωνόταν σε μοναδικό λογοτεχνικό έργο, σε μια γραφή που έσπαγε τον κανόνα κι άφηνε να αναβλύσει η κρυμμένη μέσα «στο πράγμα» ουσία. Με το πρώτο της βιβλίο «Η Κασσάνδρα και ο λύκος», το 1976, έκανε μια τομή στη γλώσσα και στη γραφή. Στα τετράδια του μυαλού της όμως έγραφε από την πρώτη στιγμή που ήρθε στον κόσμο. Γεννήθηκε μ’ ένα μολύβι στο χέρι κι ένα τραύλισμα, κι έναν καημό, κι ένα γέλιο, και μια σιωπή πλάι στη δυνατή φωνή. Mιλάμε για ένα ξεχωριστό πλάσμα; Nαι! Μιλάμε για ταλέντο και για ευφυΐα και για χιούμορ ανατρεπτικό, και για αβάσταχτη καλοσύνη και για δοτικότητα, και για πολλά άλλα που δεν μπαίνουν σε λέξεις και πάντως δεν στριμώχνονται σε μια ετικέτα που ακούει στο όνομα «μανιοκατάθλιψη». Οι διαγνώσεις δεν σημαίνουν. Παίρνουν με ευκολία το δέρμα, το αίμα, τη σάρκα και αφήνουν έναν σκελετό. Αλλωστε, είναι αλήθεια, «ποτέ η ψυχολογία δεν θα μπορέσει να μιλήσει για την τρέλα, γιατί η τρέλα είναι εκείνη που κρατά το μυστικό της ψυχολογίας». Θα προσθέσω, εδώ, «και της γραφής».

2004. Εκείνη τη χρονιά κυκλοφόρησε το διαλογικό βιβλίο που φτιάξαμε μαζί, το «Μήπως;» Σήμερα επανεκδίδεται και κυκλοφορεί ξανά από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Δώδεκα χρόνια μετά. Δεν το γράψαμε αυτό το βιβλίο, το μιλήσαμε, με καφέ και κρουασάν, όταν χάραζε ο ήλιος, στην ταράτσα ενός ξενοδοχείου στους πρόποδες του Λυκαβηττού. Τριάντα δύο πρωινά, 30.143 λέξεις. Καλημέρα, Μαργαρίτα! Καλημέρα, Φωτεινή! Μιλάμε μαζί και φεύγει για λίγο το σκοτάδι. Μιλάμε για την τρέλα, για τον εγκλεισμό, για τη «θεραπεία» αλλά και για τον έρωτα, για τα βιβλία και τους ανθρώπους που αγαπήσαμε, για εκδρομές, για κρέμες, για φορέματα, για τραγούδια, για τον θάνατο και για το σοφό βλέμμα ενός μωρού. Για όλα όσα συνθέτουν αυτό που δίχως να το σκεφτούμε αποκαλούμε «ζωή».

2019 - ad infinitum.  Σε βλέπω. Μα, ναι! Σε βλέπω, Μαργαρίτα! Κρατάς στα χέρια σου το «Μήπως;». Λάμπεις. Ο Πασκάλ με συντρέχει και με διαβεβαιώνει πως «δεν υπάρχει κανείς σοβαρός λόγος για να μην πιστεύει ένας άνθρωπος στο θαύμα». Κι εγώ αναθαρρεύω, Μαργαρίτα, και σε ακούω να μου λες «Θα κατέβω στην πλατεία, θα πάω στο Σύνταγμα, στον Εθνικό Κήπο, θα περιμένω να δω, ποιος κρατάει το “Μήπως;” στα χέρια του. Μια γυναίκα; Ενας άνδρας; “Δείτε εδώ, στο εξώφυλλο, στη φωτογραφία, είμαι εγώ, κι εδώ η φίλη μου, η Φωτεινή”». «Πάμε μαζί», σου λέω. Κατηφορίζουμε. Εως πότε; «Time was, time is, time is not», T. S. Eliot. Eλα να αλλάξουμε τη σειρά, Μαργαρίτα: «O χρόνος δεν είναι, ο χρόνος ήταν, ο χρόνος είναι». Το τέλος δεν υπάρχει. O χρόνος είναι μια επινόηση. «Ναι!», μου λες, «Ναι!» Και μου κλείνεις συνωμοτικά το μάτι. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ