ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η στήριξη στην επενδυτική «καλοσύνη των ξένων»

ΠΑΝΟΣ ΛΩΛΟΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η μακροχρόνια μείωση των επενδύσεων έπληξε την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και μάλιστα σε μια εποχή κατά την οποία οι αγορές χρήματος και κεφαλαίων διακρίθηκαν από υψηλή διαθεσιμότητα και χαμηλά επιτόκια. Μετά το 2009 παρουσιάζεται σωρευτικά ένα έλλειμμα περί τα 100 δισ. ευρώ, το οποίο επιτείνει στην ανάγκη να υπάρχουν άμεσα ετήσιες επενδύσεις της τάξεως των 15 δισ. ευρώ, όπως έχει πολλαπλώς αναφέρει και ο εκπρόσωπος της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (DG ECFIN) στην Αθήνα Κρις Αλεν, προκειμένου η χώρα μας να συγκλίνει με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ. Δεδομένου ότι το σημερινό επενδυτικό κενό ξεπερνάει το 10% του ετήσιου ΑΕΠ, η σωρευτική του δυναμική αναμένεται να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη μείωση της ανταγωνιστικότητας της χώρας, η οποία οδηγείται μεταξύ των άλλων και σε τεχνολογική υστέρηση σε μια εποχή γρήγορης ανάπτυξης και διάχυσης της τεχνολογίας.

Οι τρεις δυνητικές πηγές χρηματοδότησης επενδύσεων είναι το Δημόσιο, οι ευρωπαϊκοί πόροι και οι ιδιωτικοί πόροι. Εξ αυτών, το Δημόσιο δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει σημαντικά έργα. Τουναντίον παρουσίασε ετήσια μείωση των επενδύσεων της τάξεως του 1,5 δισ. ευρώ κατά μέσον όρο την περίοδο 2010-2016 σε σχέση με την περίοδο 2000-2008 και έχει παρουσιάσει δυσκολία στη συγχρηματοδότηση λόγω δομικής ανεπάρκειας. Η πορεία των δημοσίων επενδύσεων κατά τα τελευταία δύο έτη δεν αλλάζει τη συνολική εικόνα. Τους ευρωπαϊκούς πόρους διαχειρίζεται το Δημόσιο με οποιαδήποτε απορροφητικότητα παρουσιάζουν και οι ιδιωτικοί πόροι διακρίνονται σε εγχώριους και ξένους. Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία της ΤτΕ, οι καθαρές εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων (καθαρές ΑΞΕ) στην Ελλάδα ανήλθαν κατά τα έτη 2002-2018 στα 31 δισ. ευρώ. Κατά την τελευταία δεκαετία ανήλθαν στα 18,78 δισ. ευρώ έχοντας ξεπεράσει, με βάση τα προσωρινά στοιχεία, τα 3,6 δισ. ευρώ κατά το 2018. Επισημαίνεται ότι η πορεία των καθαρών ΑΞΕ στη χώρα μας υπόκειται, από το 2002 που ήταν και το έτος εισαγωγής του ευρώ και εντεύθεν, σε μη γραμμική πορεία η οποία αποτυπώνεται στο Διάγραμμα 1. Παράλληλα, οι ΑΞΕ στην Ελλάδα από το 2006 έως και το 2018 ανέρχονται σε μέσο ποσοστό που δεν ξεπερνάει το 7% του συνόλου του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου συνεισφέροντας σε μικρότερο βαθμό από ό,τι θα αναμενόταν σε μια οικονομία η οποία ανήκει σε μια ζώνη παγκόσμιου αποθετικού νομίσματος.

Η περαιτέρω ανάλυση των καθαρών ΑΞΕ στην Ελλάδα για τα έτη 2002-2018 δείχνει ότι η συντριπτική πλειονότητα κατευθύνεται στις υπηρεσίες και μονοψήφια ποσοστά αφορούν τον πρωτογενή και τον δευτερογενή τομέα της οικονομίας αντίστοιχα. Ο δευτερογενής τομέας συγκεκριμένα αφορά το 8,8% του συνόλου, με τη μεταποίηση να καταλαμβάνει το 2,6% του συνόλου των καθαρών ΑΞΕ. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η μεταποίηση στην Ελλάδα δεν αποτελεί στόχο για τα ξένα κεφάλαια που αναζητούν εναλλακτικές ευκαιρίες τοποθέτησης σε υπηρεσίες και μάλιστα πολύ συχνά μέσω εξαγοράς χαρτοφυλακίων, χωρίς αυτό να μειώνει στο ελάχιστο την αναγκαιότητά τους.

Η παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας δεν είναι συνεπώς υπόθεση ξένων επενδύσεων και οποιεσδήποτε περιπτώσεις ΑΞΕ στη μεταποίηση υπήρξαν στο παρελθόν αφορούσαν ειδικές περιπτώσεις που διακρίνονταν από ειδικές συνθήκες ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων που έχουν στο μεταξύ απολεσθεί. Η μεταποίηση στην Ελλάδα ήταν και παραμένει μια κατ’ εξοχήν υπόθεση εγχώριου ενδιαφέροντος που δεν βασίστηκε σε δημόσιους ή ευρωπαϊκούς πόρους για να αναπτυχθεί, αλλά συνέχισε να υποστηρίζει την ελληνική οικονομία ακόμη και υπό δυσμενείς συνθήκες. Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ με τίτλο «Προκλήσεις και προοπτικές του τομέα μεταποίησης στην Ελλάδα: Στρατηγικές παρεμβάσεις για ανάπτυξη» (Δεκ. 2018), η μεταποίηση επέδειξε συνεχή αύξηση επενδύσεων ανά απασχολούμενο κατά την περίοδο 2010-2014 σωρευτικά κατά 24,7% και σταθεροποιήθηκε τη περίοδο 2016-2017 στα 34,1 χιλ. ευρώ έναντι 6,0 χιλ. ευρώ στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι η ελληνική μεταποίηση επενδύει 6 φορές περισσότερο ανά εργαζόμενο σε σχέση με τον μέσο όρο της ελληνικής οικονομίας και ενώ την περίοδο 2008-2015 περιόρισε αναγκαστικά τις επενδύσεις κατά 32,7% (από 16,8 δισ. ευρώ στα 11,3 δισ. ευρώ), παρουσίασε αύξηση στα 11,9 δισ. ευρώ το 2016 και στα 12,2 δισ. ευρώ το 2017, καίτοι κατά την περίοδο 2009-2016 σημειώθηκε πτώση της τάξεως του 42,2% στον κύκλο εργασιών της και η ανάκαμψη ήλθε μόλις το 2017 κατά 7,9%.

Η μικρή συνεισφορά των ΑΞΕ στην ελληνική οικονομία και η ακόμη μικρότερη στον τομέα της μεταποίησης αποτυπώνουν όχι μόνο το πρόβλημα της συστημικής αδυναμίας προσέλκυσης επενδύσεων αλλά και της έλλειψης εμπιστοσύνης των ξένων επενδυτών στις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας. Οι επενδύσεις στη μεταποίηση έχουν μακροπρόθεσμο ορίζοντα και μεγάλους πολλαπλασιαστές, αφού πέραν της άμεσης απασχόλησης αυξάνουν την έμμεση και την προκαλούμενη. Επιπροσθέτως, αποτελούν τον μεγαλύτερο κλάδο των εξαγωγών με ευεργετικές συνέπειες για το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας. Το στερεότυπο που αναβιβάζει σε ύψιστης σημασίας υπόθεση τις ΑΞΕ στην Ελλάδα είναι κενό περιεχομένου εφόσον αγνοούνται συστηματικά οι προϋποθέσεις ανάπτυξης της χώρας, που δεν είναι άλλες από αυτές που κάνουν τη μεταποίηση να είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμη, όπως το αποτελεσματικό θεσμικό πλαίσιο και η πρόσβαση σε ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας. Οι προτάσεις των θεσμικών εκπροσώπων του επιχειρείν και της μεταποίησης για το τι μπορεί να μεταβάλει τη χώρα μας σε επενδυτικό προορισμό πρέπει να αξιολογηθούν και να εφαρμοστούν, εφόσον συμπίπτουν με το εθνικό συμφέρον, πριν επιζητήσουμε την επενδυτική «καλοσύνη των ξένων». Το να προκαλούνται πρόσθετα –στα ήδη υφιστάμενα– επενδυτικά αντικίνητρα και αναίτια εμπόδια άνισου ανταγωνισμού για τις ελληνικές μεταποιητικές επιχειρήσεις, που έχουν επιδείξει επενδυτικό πατριωτισμό όταν το μέλλον της χώρας ήταν εξαιρετικά αβέβαιο, δεν υποδεικνύει την ύπαρξη βούλησης να παραχθεί ισχυρή μεταποίηση στον τόπο μας, ενώ στέλνει λάθος μήνυμα προς όλους τους επενδυτές είτε είναι εγχώριοι με αποδεδειγμένο επενδυτικό ιστορικό είτε ξένοι στων οποίων την «καλοσύνη» ελπίζουμε. Η «καλοσύνη» των ξένων μπορεί να μεταβληθεί σε έμπρακτη επενδυτική εμπιστοσύνη μόνον εφόσον η εγχώρια μεταποίηση αυξήσει τις επενδύσεις στη χώρα γιατί πιστεύει στις προοπτικές της που διαμορφώνουν ο ακώλυτος ανταγωνισμός και η έλλειψη αθέμιτου παρεμβατισμού.

* Ο κ. Π. Λώλος είναι μέλος του Δ.Σ. της Ελληνικής Παραγωγής - Συμβούλιο Βιομηχανιών για την Ανάπτυξη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ