ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο χώρος: Τα εργαστήρια του ενδυματολογικού τομέα της Ελληνικής Λυρικής Σκηνής. Τα πρόσωπα: Περισσότερα από 50 άτομα που δούλεψαν για την παραγωγή των κουστουμιών της «Λαίδης Μάκβεθ του Μτσενσκ», της όπερας του Ντμίτρι Σοστακόβιτς που σήμερα κάνει πρεμιέρα σε σκηνοθεσία της Φανί Αρντάν. Ο χρόνος: Από τις 7.30 το πρωί έως τουλάχιστον τις 7 το βράδυ, επί περίπου 5 μήνες, όσο χρειάστηκε για να ετοιμαστούν 2.000 ενδυματολογικά κομμάτια που συνθέτουν τις 400 διαφορετικές εμφανίσεις οι οποίες θα «βγουν» στη σκηνή.

Για τα κοστούμια αγοράστηκαν περισσότερα από 3.000 μέτρα υφάσματος από την Ελλάδα, την Ιταλία και τη Γερμανία, όλα από φυσικές ίνες ώστε να μοιάζουν με τα υφάσματα που παράγονταν στα μέσα του 19ου αιώνα, την εποχή που διαδραματίζεται η αιματηρή ιστορία της Κατερίνα Ισμαΐλοβα. Στην αγροτική προεπαναστατική Ρωσία, οι γυναίκες φορούσαν σαραφάν, παραδοσιακά φαρδιά φορέματα. Στο κεφάλι έδεναν πολύχρωμες μαντίλες και στις γιορτές στολίζονταν με το κοκόσνικ, ένα χαριτωμένο καπέλο που θυμίζει στο σχήμα την τιάρα. Περίπου 300 καπέλα ετοιμάστηκαν για να συνδυαστούν με τα κοστούμια που συνοδεύουν. Δύο ελληνικά εργαστήρια ανέλαβαν την παραγωγή των παπουτσιών και κατασκευάστηκαν 100 μπότες με ειδικό πατρόν.


Η Καρίν Νιεντερμάν (αριστερά) είναι υπεύθυνη για την κατασκευή των καπέλων μαζί με τους Ελληνες συναδέλφους της. ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΜΩΡΑΚΗ

Περπατάμε ανάμεσα σε πάγκους με απλωμένα υφάσματα και προσπερνάμε αμέτρητους «καλόγερους» με ρόδες, όπου κρέμονται σακάκια, μπλούζες, πουκάμισα, γιλέκα και ποδιές. Επιπλέον, υπάρχουν οι ζώνες, οι αγκράφες, τα κουμπιά. Ενα μικρό πορτοκαλί κουμπάκι που δεν το πιάνει το μάτι σου, αναζητούμε με την Τότα Πρίτσα, την επικεφαλής της διεύθυνσης ενδυματολογικού της ΕΛΣ, ανάμεσα στα κρεμασμένα ρούχα, που θα αποδείξει ότι τίποτε δεν γίνεται τυχαία εδώ. Είναι φτιαγμένο από ύφασμα και βαμμένο στο χέρι στη σωστή απόχρωση για να μπει επάνω στο λευκό πουκάμισο και να ταιριάξει ακριβώς με την υπόλοιπη φορεσιά. Η ίδια είναι έμπειρη επαγγελματίας, αλλά ακόμη θαυμάζει την ομορφιά των ρούχων στην κάθε λεπτομέρεια. Γι’ αυτό στη συγκεκριμένη παραγωγή, μία από τις πιο φιλόδοξες και ακριβές της ΕΛΣ, δούλεψε με όλη την ομάδα της σκληρά ώστε να ανταποκριθούν στις υψηλές απαιτήσεις της σπουδαίας ενδυματολόγου Μιλένα Κανονέρο και των συνεργατών της. Ηρθαν πατρονίστες από τη Γαλλία και την Ιταλία, η Σίλβια Φαντίνι, ζωγράφος με ειδίκευση στην κατασκευή κοστουμιών για την όπερα και η Καρίν Νιεντερμάν, ειδική στη κατασκευή καπέλων.  Ολοι, με επικεφαλής την Πέτρα Ράινχαρτ, στενή συνεργάτιδα της Κανονέρο, δούλεψαν για καιρό μαζί με τις Ελληνίδες μοδίστρες της Λυρικής, μιλώντας μεταξύ τους σε μια γλώσσα με σκόρπιες γαλλικές, ιταλικές, αγγλικές, γερμανικές κι ελληνικές λέξεις που τελικά λειτούργησε θαυμάσια, επειδή όλες είχαν πείρα και ενθουσιασμό για τη δουλειά. Εκτός από τα εργαστήρια της Λυρικής, ένα εργαστήριο στην Πορτογαλία και άλλα επτά στην Ελλάδα δούλεψαν παράλληλα για την παραγωγή των κοστουμιών, προσθέτοντας στο ήδη μεγάλο βεστιάριο της ΕΛΣ καινούργια μοναδικά κομμάτια.

«Είναι σαν να μπαίνεις μέσα στην εποχή, αισθάνεσαι τη μυρωδιά της», λέει η Τότα Πρίτσα. «Μέσα στο καμαρίνι συμβαίνει κάτι μαγικό. Καθώς  φοράει το κουστούμι, ο ηθοποιός μεταμορφώνεται και αλλάζει ύφος. Το “χτίσιμο” των κοστουμιών ήταν διαφορετικό σε αυτή την παραγωγή. Υπάρχουν κινηματογραφικές λεπτομέρειες, που δύσκολα μπορεί να διακρίνει ο θεατής της όπερας που κάθεται μακριά από τη σκηνή. Ωστόσο, αυτή η σαφήνεια και η καθαρότητα του ενδυματολογικού μέρους είναι βέβαιο ότι θα αναδείξει τη σκηνοθεσία στο σύνολό της».


Η ζωγράφος Σίλβια Φαντίνι, με μακρά εμπειρία στην όπερα, μαζί με τους συνεργάτες της δημιουργεί τα ιμπρεσιονιστικά εμπριμέ στα γυναικεία φορέματα. ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΜΩΡΑΚΗ

Ο χώρος της Πέτρα Ράινχαρτ έχει στο κέντρο ένα μεγάλο τραπέζι με ψαλίδια, κομμάτια υφάσματος και σχέδια. Καθώς μιλάμε, παίρνει από την κρεμάστρα ένα μάλλινο καφέ σακάκι που μοιάζει πανάκριβο και το φορά, εξηγώντας ότι κατασκευάστηκε από μάλλινη στρατιωτική κουβέρτα, ένα χοντρό πανωφόρι για τις ρωσικές κρύες νύχτες του έργου. Στο κομπιούτερ της υπάρχουν οι εικόνες που προέκυψαν από την πολύμηνη αρχειακή έρευνα για τα ιστορικά κοστούμια που απαιτούσε η παραγωγή. Στις καταπληκτικές της μακέτες οι γυναίκες από τους πίνακες των Ρώσων ζωγράφων του 19ου αιώνα Αβραάμ Αρκίποφ και Φιλίπ Μαλιάβιν, γίνονται πρότυπα για τον σχεδιασμό. Η ιμπρεσιονιστική ζωγραφική που κολυμπά στο φως και στο χρώμα αποτελεί την έμπνευση και για τη Σίλβια Φαντίνι. Τέσσερις μέρες απαιτούνται για να ζωγραφιστεί στο χέρι κάθε κοστούμι, και χρειάστηκαν συνολικά πάνω από 50 κιλά χρώματος για βαφές και ζωγραφική. «Είναι άψογη η δουλειά σας», λέω, «τόσο πιστή στην εποχή». «Ναι και όχι», απαντά η Ράινχαρτ. «Το απλό παραδοσιακό κοστούμι δεν βοηθάει τον θεατή να καταλάβει τον κόσμο που του παρουσιάζεις. Χρειάζεται ένας σύνδεσμος μεταξύ παλιού και σύγχρονου, ώστε να μας γίνει οικείο. Μια σκέψη, ένα στοιχείο, αυτό που βρίσκει η Μιρέλα».

Πώς ένα κόκκινο σακάκι και ένας... κορσές καταστέλλουν τα πάθη

Συνάντησα τη Μιλένα Κανονέρο για μια στιγμή στην τεχνική πρόβα. Καθόταν μπροστά και γύρω της όλο το ενδυματολογικό. Επέβλεπε και οι παρατηρήσεις της έδειχναν τις γνώσεις και την πείρα της. Η μεγάλη Ιταλίδα κυρία της ενδυματολογίας, με τέσσερα βραβεία Οσκαρ για τα κινηματογραφικά κουστούμια της –στις ταινίες «Μπάρι Λίντον», «Δρόμοι της φωτιάς», «Κότον Κλαμπ», «Μαρία Αντουανέτα» και «The Grand Budapest Hotel»–πηγαινοερχόταν στην Αθήνα από τον Ιανουάριο, αφήνοντας για λίγο τα γυρίσματα της τελευταίας ταινίας του Γουές Αντερσον και επέβλεπε τις πρόβες των κοστουμιών μέσω Skype. Η ομάδα της και όσοι συνεργάστηκαν μαζί της μιλούν για εκείνη με το μικρό της όνομα, δείγμα οικειότητας.

Η 73χρονη Κανονέρο, ψηλή, λεπτή, ντυμένη σπορ στα μαύρα με ασορτί μαύρο καπέλο, παρακολούθησε την πρόβα με βλέμμα άγρυπνο. Είναι γνωστή για την εμμονή της στη λεπτομέρεια. Φοβερά απαιτητική, αλλά ήρεμη και σταθερή, μου είπαν. Ιδίως όταν επιμένει ότι μια ραφή στο άψογο κατά τα άλλα σακάκι της πρωταγωνίστριας πρέπει να ξηλωθεί για να μετακινηθεί 3 χιλιοστά.


Τα βασικά κομμάτια της φορεσιάς των γυναικών, οι ζωγραφισμένες φούστες και η μαντίλα. ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΜΩΡΑΚΗ

– Περιγράψτε μας τον κόσμο της «Λαίδης Μάκβεθ του Μτσενσκ».
– Αγροτικός, απλός, θυελλώδης και αιματοβαμμένος.

– Πώς επεξεργάζεστε την ιδέα των κοστουμιών μιας παραγωγής πριν αρχίσετε την υλοποίηση;
– Υπάρχουν διάφορα στάδια από τη στιγμή που συζητάς την ιδέα με τον σκηνοθέτη ώς την πραγματοποίηση του έργου. Είναι ένα ανοιχτό πεδίο στο οποίο αρχίζεις να σπέρνεις τους «σπόρους» σου, αλλά μένοντας σε αρμονία με τη σκηνοθετική γραμμή. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει η ιστορική έρευνα που σε εμπνέει και σου παρέχει τα στοιχεία για να συζητήσεις. Αυτό κάναμε με τη συνεργάτιδά μου Πέτρα Ράινχαρτ και τη Φανί Αρντάν. Αλλά επίσης επεξεργαστήκαμε τις ιδέες μας σε συνεργασία με τον σκηνογράφο Τομίας Χοάιζελ ώστε να υπάρχει ισορροπία.


Η Μιλένα Κανονέρο παραλαμβάνει το Οσκαρ. ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΜΩΡΑΚΗ

– Πείτε μας για τα κοστούμια της πρωταγωνίστριας, της Κατερίνας Ισμαΐλοβα.
– Είναι ρεαλιστικά και ιστορικά σωστά, αλλά πίσω τους υπάρχει μια δεύτερη «ανάγνωση». Η Κατερίνα είναι καλοντυμένη με έναν καθωσπρέπει συντηρητισμό, μολονότι εσωτερικά κρύβει μια επαναστάτρια. Είναι απογοητευμένη και αισθάνεται φυλακισμένη. Θέλει να ελευθερωθεί και να πετάξει σαν πουλί. Το κόκκινο σακάκι της και ο κορσές στην Α΄ πράξη την κρατούν υπό έλεγχο, αλλά από κάτω είναι έτοιμη να εκραγεί από πάθος. Το λευκό νυφικό της στη Β΄ πράξη εκφράζει τις ψευδαισθήσεις της και την προσπάθεια να αποκτήσει ό,τι πάντα ονειρευόταν: αγάπη και πλούτο. Στη Γ΄ πράξη το κοστούμι της αναπαριστά την καταστροφή και τον εξευτελισμό της, μολονότι παραμένει έτοιμη να παλέψει και να πεθάνει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ