ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ*

Το μεγάλο στοίχημα της ερχόμενης διετίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τo καταλαβαίνεις μόνο όταν ζεις την καθημερινότητα των δυτικών κρατών και των ανθρώπων τους: η Ελλάδα για πρώτη φορά στον 20ό και τον 21ο αιώνα απομακρύνεται από αυτά, παρά τα πλησιάζει. Το αντιλαμβάνεσαι στις δημόσιες υποδομές και στη συντήρησή τους, στις λειτουργίες των πόλεων, στα καταναλωτικά πρότυπα, στις διαφημίσεις και στην ποπ κουλτούρα που προβάλλεται, στα δημόσια εκπαιδευτικά συστήματα, στη δημόσια ασφάλεια, στην οικολογική συνείδηση, κυρίως όμως στις προσδοκίες των ανθρώπων, στα όνειρά τους, στις καθημερινές συζητήσεις τους, στις συμπεριφορές τους, στις συναισθηματικές επενδύσεις τους. Εκεί που οι υπόλοιποι στην Ευρώπη αγωνιούν αν και πώς θα προλάβουν την 4η βιομηχανική επανάσταση ή πώς θα διαχειριστούν την κλιματική αλλαγή, εδώ έχουμε επιστρέψει στην καθημερινή μάχη για τα στοιχειώδη και τα αυτονόητα. Δεν έχουμε δηλαδή καν καταφέρει να συμφωνήσουμε όλοι ότι το να πωλούνται ναρκωτικά σε πανεπιστημιακό campus(!) ή ότι τα σώματα ασφαλείας είναι τα μόνα που εγγυώνται το μονοπώλιο της νόμιμης βίας από το κράτος, είναι μια συζήτηση του 19ου αιώνα και πιο πίσω ακόμη.

Δεν είναι ότι κοινωνίες και κράτη, όπως π.χ. το γαλλικό ή το ιταλικό, δεν βιώνουν κρίση. Κάθε άλλο. Και μάλιστα βαθιά για τα δικά τους μέτρα. Αλλά το βάθος της ελληνικής κατάρρευσης δεν έχει όμοιό του αυτή τη στιγμή στον δυτικό κόσμο. Μπορεί να μην έγινε Grexit το 2015, αλλά το «νησί» απομακρύνεται έκτοτε κάθε μέρα και μερικά μέτρα από την ήπειρο στην οποία ανήκει. Δεν πρόκειται πλέον για «κρίση» (δηλαδή, για ένα περιοδικό πρόβλημα που κάνει τον κύκλο του) αλλά για βαθιά παρακμή, σαν αυτές που περιέγραφαν κάποτε οι παλιοί ιστοριογράφοι για τις αυτοκρατορίες όταν έφθαναν στο τέλος τους. Δεν υπάρχει, πλέον, κάτι σάπιο στο βασίλειο αυτό. Το πτώμα βρίσκεται ήδη σε διαδικασία αποσύνθεσης, και η αποφορά του είναι ανυπόφορη.

Το ερώτημα είναι πιο κρίσιμο από ποτέ: κινδυνεύει να αλλάξει για πρώτη φορά πίστα η Ελλάδα και από την πρώτη κατηγορία να πέσει, μετά τέσσερις δεκαετίες ευημερίας, στη δεύτερη; Να περάσει, με άλλα λόγια, από το κλαμπ των 30 πιο ανεπτυγμένων κρατών του πλανήτη σε μια νέα κατηγορία αποτυχημένων δυτικών κρατών που έχασαν το τρένο και τα οφέλη της 4ης βιομηχανικής επανάστασης; Διότι αυτό είναι το σταυροδρόμι στο οποίο βρισκόμαστε: συνέχεια στα σαλόνια των πρώτων (έστω στις τελευταίες θέσεις) ή υποβιβασμός σε κάποιο τοπικό βαλκανικό πρωτάθλημα όπως το ’50 και το ’60; Μόνο που η διαφορά με εκείνες τις δεκαετίες είναι θεμελιώδης.

Τότε η πορεία ήταν ανοδική και οι προσδοκίες από το μέλλον πολύ υψηλές. Σήμερα, η στασιμότητα θυμίζει κολλώδη βούρκο, που για να κάνεις ένα βήμα απαιτούνται τεράστια προσπάθεια, χρόνος και πόροι.

Προσωπικά, δεν μου αρέσουν οι διανοούμενοι που «πουλάνε» απαισιοδοξία και μια μελαγχολική αίσθηση τέλους εποχής, μετατρέποντας έτσι τους ίδιους σε προφήτες μιας δυστοπίας, η οποία θέλγει με την καταστροφολαγνεία της. Και δεν είναι αυτή η πρόθεσή μου. Δική μου άποψη είναι έτσι κι αλλιώς ότι οι κοινωνίες, οι ελίτ και οι κρατικές μηχανές διαθέτουν πάντα τις δυνατότητες να ορίσουν το μέλλον τους μέσα από τις μεταρρυθμίσεις, τη στιβαρή καθοδήγηση, τις σοφές ηγεσίες και λίγη τύχη φυσικά. Μόνο που αυτή πάει μόνο με τους τολμηρούς, το ξέρουμε αυτό ήδη από τον Μακιαβέλι, που την περιέγραφε ως virtu: δηλαδή ως αρετή. Οχι με το ηθικολογικό περιεχόμενο που της προσέδωσε ο χριστιανισμός, αλλά με το πολιτικό της περιεχόμενο που της χάρισε η νεωτερικότητα.

Η πολιτική είναι ο μόνος τρόπος να παρέμβουμε στη ζωή μας για να την αλλάξουμε συλλογικά. Παλιότερα αυτό γινόταν ερήμην των κοινωνιών, μόνο χάρη στις φωτισμένες ηγεσίες και στη σωτήρια καθοδήγησή τους σε κρίσιμες στιγμές. Σήμερα όμως η τύχη είναι στα χέρια τα δικά μας και μόνο, των απλών πολιτών, εκείνων που πραγματικά κατέχουν τη «βούληση» και έχουν το προνόμιο να την εκφράζουν μέσα από τις δημοκρατικές διαδικασίες. Αν είμαστε έτοιμοι, ώριμοι και δυνατοί για την αλλαγή και την αντιστροφή αυτής της παρακμιακής τάσης που ακολουθούμε απομακρυνόμενοι από τους φυσικούς μας χώρους, θα φανεί σύντομα.

Αν κάτι μας έμαθε η κρίση –ακόμη και τους χειρότερους μαθητές, που τους πήρε δέκα χρόνια για να καταλάβουν τα στοιχειώδη– είναι ότι κανείς άλλος δεν είναι υπεύθυνος για το μέλλον μας. Είναι πιο εύκολο, όμως, να ανέβεις το απότομο βουνό παρά να το κατέβεις, και πιο εύκολο να γίνεις πλούσιος από φτωχός παρά να παραμείνεις πλούσιος. Αυτό είναι το νέο μεγάλο στοίχημα, και αυτό είναι που κρίνεται τα επόμενα ένα-δύο χρόνια. Μόνο που από αυτό δεν θα κριθεί αποκλειστικά η ευημερία μας, αλλά και η διασφάλιση της δημοκρατίας μας. Είναι δεδομένο ότι αν η παρακμή συνεχιστεί, κανένας δημοκρατικός θεσμός δεν θα μπορέσει να αντισταθεί αιωνίως στη σαγήνη των εχθρών της Δημοκρατίας που έρχονται και επανέρχονται μέσα στην Ιστορία, αλλάζοντας μόνο την προβιά τους. Εχετε δει λύκο να περικυκλώνει το υποψήφιο θύμα του: στην αρχή μοιάζει πάντα με ήρεμο σκυλάκι...

* Ο κ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας και γραμματέας σύνταξης της «Νέας Εστίας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ