ΒΙΒΛΙΟ

Η έφοδος των «ασήμαντων» στην Ιστορία

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΟΥΡΔΟΥΚΟΥΤΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ERIC VUILLARD
14η Ιουλίου
μτφρ.: Mανώλης Πιμπλής

Εκείνη τη νύχτα το Παρίσι έμεινε άγρυπνο. Ηταν μια νύχτα μακρά, πολύ μακρά, «μία από τις μακρές όλων των εποχών». Είχαν προηγηθεί ο Ορκος του Σφαιριστηρίου, τα γεγονότα στη Φολί Τιτόν και o Κεραμεικός. Μια υπόγεια και απροσδιόριστη αίσθηση γενικής ανταρσίας είχε φωλιάσει στα «σωθικά» της πόλης και δεν άφηνε κανέναν να κοιμηθεί. Διαισθάνονταν, ίσως, όλοι ότι η ημέρα που θα χάραζε σε λίγο, με εκείνους πρωταγωνιστές, θα άλλαζε διαμιάς τα πάντα.

Και, πράγματι, τα πάντα άλλαξαν. Στις 14 Ιουλίου του 1789, το ανώνυμο πλήθος εφορμά στη Βαστίλη. Το τυφλό και θηριώδες φρούριο, η αλλοτινή πύλη της πόλης, με τα ελάχιστα ανοίγματα και τα ογκώδη τείχη, η φυλακή των αντιφρονούντων, το σύμβολο του παλαιού καθεστώτος, του δεσποτισμού και της τυραννίας, θα καταληφθεί από τον λαό. Θα την καταστρέψουν και θα τη μεταμορφώσουν ξανά σε πύλη άυλη, που ετούτη τη φορά οδηγεί στην αιωνιότητα. Εκείνη την εμβληματική ημέρα, το πλήθος θα κάνει την είσοδό του στην Ιστορία. Νικηφόρο, αλλά απρόσωπο.

Στο «14η Ιουλίου», ο Ερίκ Βυϊγιάρ απονέμει δικαιοσύνη στους απόντες από την επίσημη ιστορία της πτώσης της Βαστίλης. Ηταν εκεί, έγραψαν Ιστορία, αλλά εκείνη τους προσπέρασε. Στάθηκε μόνον στους επώνυμους, τους φημισμένους, τους «επίσημους». Κανείς δεν γνώρισε αληθινά ποτέ όλους αυτούς τους καταφρονεμένους, που με λόγχες, σούβλες, σκουριασμένα σπαθιά, σουγιάδες, δικράνια, δόρατα, παλιοντουφέκια και κατσαβίδια όρμησαν στη Βαστίλη με ανυπομονησία και έξαψη, με θλίψη και αγανάκτηση, με λύσσα και φόβο.

Και όμως, αυτό το ανώνυμο και ετερόκλητο πλήθος αποτελείται από πρόσωπα. Πρόσωπα που έχουν όνομα. Είναι ο Αντάμ από την Κοτ ντ’ Ορ, ο Μπερτελιέ από τον Ιούρα, ο Ομασίπ, ο Μπιτσάν, ο Μπερσέν, ο Μπεζού, ο Μαμές Μπλανσό και εκατοντάδες άλλοι άγνωστοι, αφανείς, άσημοι. Εχουν αδέλφια, παιδιά, φίλους, συντρόφους, δουλειές. Είναι μαραγκοί, μηχανικοί, γιατροί, κιβωτοποιοί, θυρωροί, τσαγκάρηδες, ζωέμποροι, κηροποιοί, χτίστες. Εχουν ψυχή και λόγο. Ονειρεύονται, αγαπούν, σκέφτονται. Εχουν σάρκα και οστά. Δακρύζουν, ιδρώνουν, πονούν. Τους κάνουν κόσκινο τα σκάγια, χύνουν αίμα, πέφτουν νεκροί. Ξεπηδούν από την αφάνεια με ορμή και επιστρέφουν στη λήθη το ίδιο γρήγορα. Γίνονται η σπίθα, η έκρηξη, η βοή, ο κρότος. Διεκδικούν το δικό τους μερίδιο στην αθανασία. Ανακαλύπτουν το θάμβος της αιωνιότητας και ξεχύνονται μεθυσμένοι και μανιασμένοι προς αυτό. Αισθάνονται, ίσως για πρώτη φορά, ελεύθεροι. Ελεύθεροι και ίσοι.

Σεναριογράφος, κινηματογραφιστής και ποιητής, ο πολυσχιδής και πολυβραβευμένος Ερικ Βυϊγιάρ (γεν. 1968) δεν είναι ένας συνηθισμένος συγγραφέας. «Βυθίζεται» στις βιβλιοθήκες, αναδιφεί αρχεία, εξετάζει σχολαστικά τις μαρτυρίες και τις εκθέσεις των αρχών της εποχής, συνθέτει τα δεδομένα και έπειτα γράφει. Γράφει σε μια γλώσσα κοφτερή και παθιασμένη. Γεμίζει το κείμενο με εικόνες που σε αιχμαλωτίζουν. Στέκεται στη λεπτομέρεια με την ακρίβεια ενός ποιητή. Σμίγει περίτεχνα το μεγαλειώδες με το τιποτένιο, το χθαμαλό με το υψηλό, το επουσιώδες με το κοσμογονικό. Είναι γνώστης του μέτρου, του ρυθμού, του μοντάζ, της κίνησης του βλέμματος, των αξόνων αφήγησης, των γενικών πλάνων και του extreme close up.

Στο έργο του «14η Ιουλίου», ο Βυϊγιάρ μας μεταφέρει στην παλλόμενη καρδιά της επανάστασης. Μας προσφέρει μια σπάνια ευκαιρία να δούμε την Ιστορία να εκτυλίσσεται εμπρός μας. Ωστόσο, πετυχαίνει και άλλα, ακόμη πιο σημαντικά. Επαναφέρει την ισότητα όλων εντός της. Αναγνωρίζει ότι το απρόσωπο πλήθος είναι η πυρίκαυστος πρώτη ύλη της. Μας υπενθυμίζει το πώς και από ποιους απέκτησαν ουσιαστική υπόσταση οι ιδέες του Διαφωτισμού. Πράγματι, η έφοδος του πλήθους στη Βαστίλη αποκρυσταλλώνει αυτή τη θεμελιώδη αξίωση για ισότητα και ελευθερία. Είναι, εντέλει, ο κύριος λόγος που ο Ερίκ Βυϊγιάρ αποφασίζει να χαρίσει σε αυτές τις σκιές, στους ανώνυμους και «ασήμαντους», τη θέση που δικαιωματικά τους ανήκει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ