ΒΙΒΛΙΟ

«Το μικρό αεριωθούμενο έγειρε...»

«Ως προσωπικό σχόλιο, να σας πληροφορήσω ότι ο υποφαινόμενος αισθάνεται πολύ καλύτερα με τα αεροπορικά ταξίδια απ’ όσο κάποτε», γράφει ο Στίβεν Κινγκ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Στίβεν Κινγκ φοβάται τα αεροπλάνα και θέλει, μαζί με τον Μπεβ Βίνσεντ, να μοιραστεί με το αναγνωστικό κοινό τον φόβο του για τις πτήσεις. Με αυτή τη σκέψη γεννήθηκαν οι «Απρόσμενες Αναταράξεις», μια συλλογή διηγημάτων για όλα όσα μπορεί να πάνε απίστευτα στραβά όταν κανείς πετάει στις 30.000 πόδια, ερμητικά κλεισμένος σε έναν μεταλλικό σωλήνα μαζί με εκατοντάδες αγνώστους.

Ενα ποίημα και δεκατέσσερα κλασικά διηγήματα – από συγγραφείς όπως οι Αρθουρ Κόναν Ντόιλ, Ρέι Μπράντμπερι, Ρόαλντ Νταλ κ.ά. παρουσιάζουν τους κάθε λογής τρόπους με τους οποίους ένα ταξίδι στα ουράνια θα μπορούσε να μετατραπεί σε εφιάλτη. Η συλλογή περιλαμβάνει και δύο καινούργια διηγήματα του Στίβεν Κινγκ και του γιου του, επίσης συγγραφέα, Τζο Χιλ. Την επιμέλεια του βιβλίου έχουν από κοινού οι Στίβεν Κινγκ και Μπεβ Βίνσεντ. Η «Κ» προδημοσιεύει σήμερα ένα απόσπασμα από την εισαγωγή του Στίβεν Κινγκ. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Κλειδάριθμος» στις 12 Ιουνίου. Τη μετάφραση υπογράφει η Εφη Τσιρώνη. 

Υπάρχουν άραγε άνθρωποι σε αυτόν τον τεχνολογικά καθοριζόμενο κόσμο που απολαμβάνουν τις πτήσεις; Οσο δύσκολο κι αν είναι να το πιστέψει κανείς, είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν.

Οι πιλότοι τις απολαμβάνουν, τα περισσότερα παιδιά επίσης (αν και όχι τα μωρά· οι αλλαγές στην ατμοσφαιρική πίεση τα αποσυντονίζουν εντελώς), οι διάφοροι οπαδοί της αεροναυτικής επίσης, πάνω κάτω όμως αυτοί είναι όλοι κι όλοι. Για μας τους υπόλοιπους, τα αεροπορικά ταξίδια διαθέτουν όλη τη γοητεία και τη χαρούμενη προσμονή μιας κολονοσκόπησης. Τις περισσότερες φορές τα σύγχρονα αεροδρόμια δεν είναι τίποτε άλλο από αφόρητα συνωστισμένοι ζωολογικοί κήποι όπου η υπομονή και η αβροφροσύνη δοκιμάζονται σκληρά. Πτήσεις καθυστερούν, πτήσεις ακυρώνονται, αποσκευές πετιούνται αποδώ κι αποκεί σαν σακιά με πατάτες, και σε πολλές περιπτώσεις δεν φτάνουν στο αεροδρόμιο μαζί με τους κατόχους τους οι οποίοι επιθυμούν απεγνωσμένα μια καθαρή μπλούζα ή έστω ένα καθαρό σετ εσώρουχα.

(...) Ως προσωπικό σχόλιο, να σας πληροφορήσω ότι ο υποφαινόμενος αισθάνεται πολύ καλύτερα με τα αεροπορικά ταξίδια απ’ όσο κάποτε. Χάρη στη συγγραφική σταδιοδρομία μου, έχω πετάξει πολύ τα τελευταία σαράντα χρόνια, και μέχρι περίπου το 1985, φοβόμουν όσο τίποτε άλλο τα αεροπλάνα. Κατανοούσα τη θεωρία της πτήσης, ενώ κατανοούσα επίσης όλες τις περί ασφαλείας στατιστικές, ωστόσο η κατανόησή μου δεν βοηθούσε. Εν μέρει το πρόβλημά μου οφειλόταν σε μια επιθυμία μου (η οποία εξακολουθεί να υπάρχει) να έχω τον έλεγχο της κάθε κατάστασης. Νιώθω ασφαλής όταν είμαι στο τιμόνι επειδή ακριβώς έχω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. Οταν είστε εσείς... όχι και τόσο (και να με συγχωρείτε γι’ αυτό). Οταν μπαίνετε σ’ ένα αεροπλάνο και κάθεστε στη θέση σας, παραδίδετε τον έλεγχο σε ανθρώπους που δεν γνωρίζετε· ανθρώπους που ίσως να μη δείτε ποτέ.

(...) Σε περίπτωση που ο κυβερνήτης ερχόταν στην καμπίνα για λίγη ψιλοκουβέντα με τους επιβάτες, αναρωτιόμουν αν ο συγκυβερνήτης ήταν ικανός (σίγουρα δεν θα ήταν εξίσου ικανός, αλλιώς δεν θα ήταν η πλεονάζουσα ατραξιόν). Ισως το αεροσκάφος ήταν στον αυτόματο πιλότο, αν όμως ο αυτόματος πιλότος τα έφτυνε ενώ ο κανονικός μιλούσε για τις πιθανότητες που είχαν οι Yankees να νικήσουν στον επόμενο αγώνα και το αεροπλάνο ξαφνικά έκανε καμιά βουτιά; Αν άνοιγαν τα κλείστρα του χώρου των αποσκευών; Αν κολλούσε το σύστημα προσγείωσης; Αν ένα ελαττωματικό παράθυρο που είχε παρ’ όλα αυτά περάσει τον έλεγχο ποιότητας επειδή ο υπάλληλος ονειρευόταν την καλή του που είχε αφήσει πίσω, στο σπίτι, έσπαγε; Και, στο κάτω κάτω της γραφής, αν μας χτυπούσε κανένας μετεωρίτης και η καμπίνα αποσυμπιεζόταν;

Τότε, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, οι περισσότεροι από αυτούς τους φόβους υποχώρησαν, έπειτα από μια τρομακτική εμπειρία λίγο μετά την απογείωση από το αεροδρόμιο Φαρμινγκντέιλ της Νέας Υόρκης με προορισμό το Μπάνγκορ του Μέιν. Είμαι σίγουρος πως υπάρχουν μπόλικοι άνθρωποι εκεί έξω –και ίσως κάποιοι από αυτούς να διαβάζουν αυτή τη στιγμή το βιβλίο– που έχουν ζήσει τον δικό τους αεροπορικό τρόμο, οτιδήποτε, από την κατάρρευση του μπροστινού τροχού την ώρα της προσγείωσης μέχρι την πλαγιολίσθηση του αεροσκάφους τους σε έναν παγωμένο διάδρομο, όμως αυτό που έζησα τότε με έφερε πολύ κοντά στον θάνατο· ωστόσο είμαι ακόμα εδώ και το διηγούμαι.

Ηταν αργά το απόγευμα. Ο ουρανός καθαρός σαν κρύσταλλο. Είχα ναυλώσει ένα Lear 35, το οποίο κατά την απογείωση σου δίνει την αίσθηση ότι έχεις έναν πύραυλο δεμένο στον πισινό σου. Είχα ταξιδέψει με αυτό το συγκεκριμένο αεροπλάνο πολλές φορές. Γνώριζα και εμπιστευόμουν τους πιλότους· και γιατί άλλωστε να μην τους εμπιστεύομαι; Αυτός που καθόταν στη θέση του κυβερνήτη είχε αρχίσει την καριέρα του πετώντας αεριωθούμενα στην Κορέα, είχε επιβιώσει αμέτρητων αποστολών μάχης εκεί και είχε συνεχίσει να πετάει αδιάλειπτα έκτοτε. Ο άνθρωπος είχε δεκάδες χιλιάδες ώρες πτήσης στο ενεργητικό του. Εβγαλα το βιβλίο τσέπης και το περιοδικό μου με τα σταυρόλεξα, ικανοποιημένος με την προοπτική μιας ομαλής πτήσης και μιας ευχάριστης επανένωσης με τη γυναίκα μου, τα παιδιά μου και τον σκύλο της οικογένειας.

Ανεβήκαμε στις 7.000 πόδια και αναρωτιόμουν αν θα κατάφερνα να πείσω τους δικούς μου να πάμε σινεμά το ίδιο βράδυ, όταν το Lear φάνηκε ξαφνικά σαν να έπεσε πάνω σε τοίχο. Εκείνη τη στιγμή, ήμουν σίγουρος ότι είχαμε συγκρουστεί με άλλο αεροσκάφος και ότι οι τρεις που βρισκόμασταν στο Lear –οι δύο πιλότοι κι εγώ– θα πεθαίναμε. Η πόρτα του λιλιπούτειου σταθμού σερβιρίσματος άνοιξε απότομα και ξέρασε το περιεχόμενό του. Τα μαξιλάρια των κενών θέσεων πετάχτηκαν στον αέρα. Το μικρό αεριωθούμενο έγειρε... έγειρε λίγο ακόμη... κι ύστερα αναποδογύρισε εντελώς. Αυτό το κομμάτι το ένιωσα, αλλά δεν το είδα. Είχα κλείσει τα μάτια. Η ζωή μου δεν πέρασε σαν αστραπή από μπροστά μου. Δεν σκέφτηκα: Αλλά είχα τόσο πολλά ακόμα να κάνω. Δεν υπήρχε αίσθηση αποδοχής (ούτε μη αποδοχής, εδώ που τα λέμε). Υπήρχε απλώς η βεβαιότητα ότι η ώρα μου είχε έρθει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ