ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ο Χατζιδάκις στην «Εποχή της Μελισσάνθης»

Του Βασίλη Αγγελικόπουλου

Α υτοβιογραφικά ψήγματα μπορεί να υπάρχουν εδώ κι εκεί σε διάφορα έργα του Μάνου Χατζιδάκι, αλλά «Η εποχή της Μελισσάνθης» είναι το μοναδικό έργο του που βασίζεται απολύτως σε τέτοια στοχεία, ενώ ταυτόχρονα αναφέρεται στη σημαντικότερη στιγμή της νεότερης ιστορίας της χώρας, στον μεγάλο Πόλεμο και την Απελευθέρωση - «μια απελευθέρωση», σημειώνει ο Χατζιδάκις, «που έκρυβε μέσα της έναν θανατερό συμβιβασμό, τη βία και την ενοχή, την προδοσία και την χωρίς γιατρειά τραυματισμένη ελευθερία».

«Η εποχή της Μελισσάνθης» τον απασχόλησε περισσότερο καιρό από οποιοδήποτε άλλο έργο του, με εξαίρεση την «Αμοργό» που εν τέλει άφησε ημιτελή. Ο ίδιος σημειώνει ως χρονολογία δημιουργίας του έργου «1970-1980», αλλά είναι βέβαιο ότι τον απασχολούσε από πολύ νωρίτερα.

Ηδη, το 1965 είχε γράψει, όπως θα δείξουμε ακολούθως, ένα αρκετά εκτενές ποίημα 77 στίχων με τίτλο «Μελισσάνθη», το οποίο και αποτέλεσε τον βασικό κορμό του μουσικού έργου που έμελλε να ολοκληρώσει 15 χρόνια αργότερα. Το φιλόδοξο αυτό έργο (Καντάτα, σε 25 μέρη, για ώριμη γυναικεία φωνή δύο νεανικές ανδρικές, δύο χορωδίες -μεικτή και παιδική-, ορχήστρα δωματίου, με το μπουζούκι ως σολιστικό όργανο, και στρατιωτική μπάντα) αποφάσισε ο δημιουργός του να το παρουσιάσει για πρώτη φορά το 1980, όντας ακόμα διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος της ΕΡΤ. Η πρεμιέρα δόθηκε τον Ιανουάριο (αν θυμόμαστε καλά) του 1980 στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά και παρουσιάστηκε επίσης στον Μουσικό Αύγουστο του Ηρακλείου Κρήτης. Τον Δεκέμβριο 1980 εκδόθηκε σε άλμπουμ δύο δίσκων από τη «Λύρα», με ερμηνευτές τους Μαρία Φαραντούρη, Βασίλη Λέκκα, Γιώργο Μιχαλισλή, την Χορωδία του Τρίτου υπό τη διεύθυνση του Αντώνη Κοντογεωργίου και την Παιδική Χορωδία «Ροτόντα» Θεσσαλονίκης υπό τον Σωκράτη Τουμπεκτσή.

Από τότε, και για 21 ολόκληρα χρόνια, «Η εποχή της Μελισσάνθης» δεν είχε ποτέ εκτελεστεί - ποτέ μέχρι σήμερα-, γιατί το σημαντικό αυτό έργο θα παρουσιαστεί επιτέλους στο Μέγαρο Μουσικής, σε δύο συναυλίες, 13 και 14 Νοεμβρίου.

Υπό την εποπτεία του γιου τού συνθέτη Γιώργου Χατζιδάκι και την καλλιτεχνική διεύθυνση του Νίκου Κυπουργού, στενού φίλου και συνεργάτη του αλησμόνητου δημιουργού, στην παρουσίαση του έργου μετέχουν: το «Μουσικό Σύνολο Μάνος Χατζιδάκις» υπό τη διεύθυνση του μόνιμου μεάστρου της ορχήστρας Λουκά Καρυτινού, η Μαρία Φαραντούρη, πάντα βασική ερμηνεύτρια του έργου, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης και ο Δώρος Δημοσθένους, η Στέλλα Γαδέδη, που επίσης συμμετείχε στην πρώτη παρουσίαση, και ο ψάλτης Γιάννης Χριστόπουλος. Τραγουδούν επίσης η Χορωδία της ΕΡΤ υπό τον (πρώτο διδάξαντα) Αντώνη Κοντογεωργίου και η Παιδική Χορωδία του Δημοτικού Ωδείου της Λάρισας υπό τον Δημήτρη Καρβούνη, ενώ μετέχει και η μπάντα «Αθηναϊκή Φιλαρμονία» υπό τον Ιωάννη Ελεφάντη.

Εχει, μήπως, αλλάξει κάτι στο έργο στην τωρινή του παρουσίαση; «Οχι, είμαστε απολύτως πιστοί στην παρτιτούρα του συνθέτη - έτσι όπως πρωτοπαίχτηκε το 1980 και όπως υπάρχει στον δίσκο», λέει ο Νίκος Κυπουργός. «Συγκεντρώθηκαν μάλιστα για την παρουσίαση του έργου πολλοί από τους πρώτους διδάξαντες μουσικούς. Οι μόνες αλλαγές είναι ότι θα έχουμε μεγαλύτερες, 40μελείς, χορωδίες, όπως απαιτεί το έργο, τις οποίες δεν είχε εξασφαλίσει εκείνη την εποχή ο Χατζιδάκις, γιατί οι συνθήκες ήταν πολύ δύσκολες. Και η μπάντα διευρύνθηκε για να υπάρξει καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στα φλάουτα και τις τρομπέτες».

Αλλά στην τωρινή παρουσίαση αποτολμάται και κάτι ακόμη - που κι αυτό όμως ξεκινά από δηλωμένη επιθυμία του δημιουργού του: το έργο θα παρουσιαστεί με ένα θεατρικό, τρόπον τινά, στήσιμο, με σκηνοθετική και σκηνογραφική επιμέλεια του Πάνου Παπαδόπουλου. Υπαινικτικά δηλαδή θα δηλωθεί η «δράση», με ορισμένα σκηνογραφικά στοιχεία, κατάλληλη τοποθέτηση και κίνηση ερμηνευτών, φωτισμούς κ.λπ.

Η «δράση» αυτή προκύπτει από το ίδιο το έργο, αλλά και από δύο άλλες «πηγές»: Υπάρχουν, καταρχάς, οι τρεις διαφορετικές, αλλά αλληλοσυμπληρούμενες, «αναγνώσεις» του έργου, από τον ίδιο τον δημιουργό, με κείμενό του στο κάλυμμα του δίσκου. Η πρώτη «ανάγνωση» εξιστορεί το τραγικό περιστατικό της αναγνώρισης μάνας και του γιου σε ερωτικό κρεβάτι φτηνού ξενοδοχείου στο λιμάνι του Αμβούργου, στην κατεστραμμένη Γερμανία - ένα πραγματικό περιστατικό, απότοκο του πολέμου, που τάραξε βαθιά τον 19χρονο Χατζιδάκι, όταν το διάβασε τότε στις εφημερίδες.

Η δεύτερη «ανάγνωση» δίνει εικόνες από την καταστροφή που άφηνε πίσω του ο πόλεμος, από την ανάπηρη Απελευθέρωση της χώρας, την αρχή νέων δεινών και τη διάψευση των ελπίδων. Και η τρίτη, προχωρώντας εις βάθος, προσπαθεί να ανιχνεύσει «πού βρίσκεται η αλήθεια της νεοελληνικής μας ελευθερίας», της γεννημένης μεν από «κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά», αλλά και «ποδοπατημένης, με σπασμένα τα κόκκαλα από τα ασθενικά παιδιά τους».

Μια απροσδόκητη «πηγή» εντοπίζεται στην ποιητική συλλογή που είχε εκδώσει ο Χατζιδάκις το 1966, την «Μυθολογία» (Α'). Βρίσκουμε εκεί ένα ποίημα 77 στίχων με τίτλο «Μελισσάνθη» - αυτό που αποτέλεσε τον κορμό του μετέπειτα μουσικού έργου. Το ποίημα φέρει ημερομηνία συνθέσεως «Νοέμβριος 1965», αποκαλύπτοντας έτσι ότι η ιδέα είχε πάρει συγκεκριμένη μορφή πολύ προ του '70. Ωστόσο πηγή της θεατρόμορφης παρουσίασης του έργου στο Μέγαρο δεν είναι το ποίημα καθαυτό -το οποίο άλλωστε περιέχεται ολόκληρο στο μουσικό έργο-, αλλά σκίτσα του συνθέτη που συνοδεύουν τη δημοσίευση του ποιήματος στη «Μυθολογία».

Είναι τρία ολοσέλιδα σκαριφήματα, που υποδεικνύουν συγκεκριμένο θεατρικό στήσιμο του έργου. Φέρουν μάλιστα και τις ενδείξεις «Αεροδρόμιο» η μία, «Β' πράξη» η άλλη και «Τελευταία σκηνή του Θρήνου» η τρίτη. Στο πρώτο σκίτσο ο Χατζιδάκις έχει σημειώσει και τον τίτλο του μουσικοθεατρικού έργου που είχε στον νου του, καθώς και το περιεχόμενο των βασικών σκηνών.

«Είναι ολοφάνερο», λέει ο Νίκος Κυπουργός, «ότι εξαρχής είχε συνδέσει το έργο με ένα θεατρικό τρόπο παρουσίασής του. Σίγουρο είναι επίσης ότι πολλά από τα κομμάτια του έργου, και μάλιστα τα βασικά -Μητέρα κι Αδελφή, Το φίλο μας που χάσαμε, Ενα ρολόι στο καπηλειό, Η Λησμονημένη, ο Επιτάφιος με τον ψάλτη και το σόλο μπουζούκι κ.ά.-, τα είχε συνθέσει κατά την παραμονή του στη Νέα Υόρκη, δηλαδή μεταξύ 1966-1972, που ήταν, κατά τη γνώμη μου, και η πιο δημιουργική περίοδος του Χατζιδάκι. Γιατί εκεί, όντας απομονωμένος και συγκεντρωμένος στο έργο του, έγραψε μια σειρά μεγάλα έργα και άρχισε και πολλά άλλα που είτε ολοκλήρωσε αργότερα, όπως η «Μελισσάνθη», είτε άφησε εν τέλει ανολοκλήρωτα. Σε μένα είχε στείλει δείγματα της δουλειάς του στη «Μελισσάνθη», ηχογραφημένα στο σπίτι του με τη Φλέρυ Νταντωνάκη.

Μερικές από τις ηχογραφήσεις αυτές της Ν. Υόρκης περιλήφθηκαν, 20 χρόνια μετά, στο δίσκο του «Λειτουργικά». Μια άλλη ηχογράφηση του καιρού εκείνου, που σώθηκε σε μια κασέτα μου, με τον ίδιο να τραγουδά το «Ρολόι στο καπηλειό», τη συμπεριλάβαμε στον δίσκο «Μάνος Χατζιδάκις 2000 Μ.Χ.».

Πρόκειται για ένα καθαρά αυτοβιογραφικό κομμάτι, διάλογο με έναν φίλο του που έφευγε το '45 για σπουδές στο Παρίσι (σ.σ.: λέγεται πως επρόκειτο για τον μετέπειτα διάσημο φιλόσοφο Κώστα Αξελό) και η σκηνή αυτή είχε συμβεί σε ένα ταβερνάκι στην Καστέλλα, κρεμασμένο πάνω από τη θάλασσα. Θυμάμαι μια Κυριακή, '75 θα ήταν ή '76, είχαμε πάει βόλτα με το αυτοκίνητο προς τη θάλασσα και σε μια στιγμή, εκεί που βρίσκεται τώρα το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, μου λέει «Σταμάτα.

Κοίταξε εκεί πάνω στο βράχο αυτό εκεί ήταν το καπηλειό με τον αποχωρισμό των δύο φίλων στη Μελισσάνθη». Τώρα πια δεν θα υπάρχει, υποθέτω. Δεν υποψιάζεσαι καν ότι η θάλασσα έσκαγε από κάτω... Το κομμάτι «Τον φίλο μας που χάσαμε» το είχε στείλει σε κασέτα στον Νίκο Γκάτσο για να του πει τη γνώμη του -φαίνεται ότι είχε συζητήσει πολύ με τον Γκάτσο για το έργο αυτό. Κι αυτό το κομμάτι είναι αυτοβιογραφικό, το σημειώνει κι ο ίδιος άλλωστε: «αναφέρεται σε έναν 20χρονο φίλο του, τον Εκτορα Οικονομίδη, που τύφλωσαν και θανάτωσαν οι Γερμανοί στο Χαϊδάρι, αφού τον έπιασαν με προδοσία».

Αυτά τα κομμάτια, όπως και τα «Μητέρα κι αδελφή», «Η Λησμονημένη» και «Το πρόσωπο της νύχτας» είναι τραγούδια που οι στίχοι τους ήρθαν αργότερα να προστεθούν στη «Μελισσάνθη» του '65. «Ηταν μια «εργασία εν προόδω'' που τον απασχολούσε πολλά χρόνια - το μόνο έργο του ίσως που διατρέχει τόσες περιόδους του», λέει ο κ. Κυπουργός. Πιστεύω ότι ήδη από το 1945 είχε συλλάβει την ιδέα αυτού του έργου. Τον ενδιέφερε πολύ εκείνη η εποχή της διάψευσης των ελπίδων και των ονείρων, που τη βίωσε άμεσα και οδυνηρά. Και πάντα το έβλεπε αυτό το έργο με έντονη σκηνική υπόσταση.

Δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει το όραμά του, όταν το πρωτοπαρουσίασε, γιατί ήταν απίστευτα δύσκολο εκείνη την περίοδο - πρώτα πρώτα η σκηνή στο Δημοτικό του Πειραιά δεν χωρούσε ούτε καν όλους του χορωδούς, τα πάντα ήταν στριμωγμένα εκεί πάνω. Τώρα, επιτέλους, μπορούν όλα να γίνουν όπως θα τα ήθελε. Χωρίς, δυστυχώς, να είναι πια ο ίδιος εδώ...».

Έντυπη