ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

«H θάλασσα δεν είναι μόνο μπλε...»

«Θαύμαζα παιδί κάποιο έργο ζωγραφικής. Το θεωρούσα αριστούργημα. Μια φουρτουνιασμένη θάλασσα και μια βάρκα με κωπηλάτες. Δεν φαινόταν ορίζοντας, αντάρα μεγάλη. H θάλασσα πρασινωπή, πελώρια κύματα. Πάνω και καταμεσής σ' αυτά παράδερνε η βάρκα με έξι κωπηλάτες κι έναν τιμονιέρη, τυλιγμένους στη νιτσεράδα τους. Το έργο τότε μου φαινόταν μεγάλο. Περιβάλλονταν από μια φαρδιά ξύλινη κοκκινωπή κορνίζα και βρισκόταν καταμεσής της αίθουσας του καφενείου που διατηρούσε ο πατέρας μου στην Υδρα, μετά την -πριν τον γάμο του- επιστροφή απ' την Αμερική...» («Ακουαρέλες 1991-95», Αθήνα, 1995).

Ετσι μιλάει για την τέχνη ο Παναγιώτης Τέτσης. Σαν ζωγράφος. Ούτε σαν ακαδημαϊκός ούτε σαν ομότιμος καθηγητής ούτε σαν προβεβλημένος και τιμημένος δημιουργός - που είναι. Απλώς, σαν ζωγράφος, και σαν ένας άνθρωπος που μεγάλωσε και έζησε με φως? και πάσχισε σε όλη του τη διαδρομή να αποδώσει αυτό το φως, να το μετουσιώσει σε χρώμα, όγκους, ζωγραφική. «Χτίζει ζωγραφική», έγραψε για τον Τέτση η σπουδαία τεχνοκριτικός και φίλη του Ελένη Βακαλό? χτίζει με «μεγαλίθους χρώματος». Στα 76 του χρόνια, ακμαίος και διαυγής, προσηνής και αβρός πάντα, μας δέχτηκε και πάλι στο ατελιέ της οδού Ξενοκράτους.

Αφορμή της συνάντησής μας, ένα έργο, το τελευταίο του: μια μνημειακών διαστάσεων θάλασσα, 8x2,5 μέτρα. Τη δούλευε από την αρχή του καλοκαιριού, και τώρα ήλθε η ώρα της να παρουσιαστεί. Από την περασμένη Πέμπτη έως τα τέλη Ιανουαρίου εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκη. Κατόπιν θα κοσμεί τους χώρους της «Καθημερινής», προσωπικό δώρο του κ. Αριστείδη Αλαφούζου προς την εφημερίδα. H σχέση των δύο ανδρών δεν είναι απλώς σχέση καλλιτέχνη - συλλέκτη, μα χρονολογείται από πολύ παλιά, όταν ήσαν συμμαθητές στο B΄ Γυμνάσιο Πειραιώς. Αναλόγως παλαιά η σχέση του ζωγράφου με την εφημερίδα: ένα πολύ πρώιμο έργο του υποδεχόταν επί πολλά χρόνια τους επισκέπτες στην είσοδο του κτιρίου της οδού Σωκράτους, ενώ ο πιστός πρωινός αναγνώστης της «K» Π. Τέτσης φιλοτέχνησε και το ζωγραφικό πρωτοσέλιδο της εφημερίδας στην αυγή της νέας χιλιετίας. Μετά την καθιερωμένη παρασκευή του μυρωδάτου καφέ και το γλυκό κουταλιού, έρχεται η ώρα της συζήτησης: Προηγείται το ευρώ, ο Ευρωστρατός, η κακοκαιρία... Δεν βιάζεται να μιλήσει για τέχνη... Κάποια στιγμή ερχόμαστε και στη «Θάλασσα».

- Γιατί η θάλασσα;

- Στην τελευταία μου έκθεση υπήρχε η θάλασσα, πολύ. Ξέρετε όμως, οι περισσότεροι περιμένουν να δουν μια θάλασσα ήρεμη, ενώ εγώ τη θυμάμαι σχεδόν πάντα φουρτουνιασμένη. Αυτή η θάλασσα, η φουρτουνιασμένη, είναι μια εικόνα που την έχω από παιδί, όταν ζούσα στην Υδρα. Το χειμώνα, όταν έπιανε ο βοριάς και κακοκαιρία, και τύχαινε να είμαι λίγο άρρωστος, δεν πήγαινα σχολείο, έμενα σπίτι. Από το σπίτι που μέναμε τότε, αντικρίζαμε τη θάλασσα. Καθόμουν πίσω απ' το παράθυρο και έβλεπα τη φουρτούνα -κάποτε μέσα από τα κύματα πρόβαλλε το «Υδράκι», όπως λέγαμε το πλοίο της γραμμής- βολόδερνε κι ερχόταν, μικρό σκαρί, παλιό, μα καλοφτιαγμένο... Τότε δεν ήξεραν μποφόρ και απαγορευτικά...

Η θάλασσα ήταν σκούρα, όχι μπλε μόνο, άλλαζε χρώματα, γινόταν μαύρη... Και άσπριζαν τα κύματα... Αυτή τη θάλασσα ζωγραφίζω έκτοτε... Τη θάλασσα της Υδρας του παιδικού βιώματος.

- Πώς φτάσατε σε αυτό το έργο;

- Ημουν στη Σίφνο το περασμένο καλοκαίρι. Είχα δυο μεγάλα τελάρα, από τη σειρά της «Λαϊκής Αγοράς». Μουσαμά δεν είχα. Αυτή τη θάλασσα τη μελετούσα από πέρυσι, μα ο περασμένος χειμώνας δεν με βοήθησε καθόλου... Ηταν πολύ ήπιος χειμώνας, όλο λιακάδες, μέχρι να κολυμπήσεις σου 'ρχόταν...

Το καλοκαίρι, λοιπόν, στη Σίφνο, το αποφασίζω μια μέρα και πάω σ' ένα μαγαζί να βρω πανί, γιατί όπως είπα μουσαμά δεν είχα καθόλου. Τι να βρω εκεί... Βρήκα ένα ωραίο κάμποτο, δυόμισι μέτρα φάρδος. Πήρα οκτώ μέτρα... Το προετοίμασα αμέσως κι έπεσα στη δουλειά, μη τυχόν και ατονήσει το θέμα μέσα μου. Γιατί, ξέρετε, αν παρατήσεις τον ερεθισμό, ατονεί... Δεν τέλειωσε βέβαια το έργο στη Σίφνο, το συνέχισα και στην Αθήνα.

- Κορέσθηκε ο ερεθισμός σας με αυτό το έργο;

- A, όχι, θα συνεχίσω... Ψάχνω κι άλλες λύσεις, κι άλλες φουρτούνες... Μη φανταστείτε βεβαίως καμιά βιοτεχνία επαναλήψεων. Μα θέλω να πω κι άλλα σε αυτό το θέμα, κι όχι βέβαια με σκοπό τα έργα να τοποθετηθούν κάπου, σώνει και καλά. Τις «Λαϊκές», λ.χ., τις είχα επί δύο δεκαετίες στο αρχείο. Κατόπιν ήρθε η σειρά τους και πήγαν στην Εθνική Πινακοθήκη και στο Μουσείο Γουλανδρή...

- Ποια είναι η ιδέα του έργου;

- Το φως... Το φως που εξαφανίζεται μες στα βαριά σύννεφα ή που εκπέμπεται ανάμεσά τους... H οξύτητα του χρώματος? η θάλασσα φτάνει να είναι μαύρη. Θα σας πω την εμπειρία με τα παιδιά της Σχολής: Πηγαίναμε μαζί στο παράρτημα της Υδρας να ζωγραφίσουμε. Κάντε μια θάλασσα, τους έλεγα... Επαιρναν μπλου κομπάλτ και ζωγράφιζαν τη θάλασσα... Δεν έβλεπαν τη θάλασσα, και τη ζωγράφιζαν μπλε. Μα, τους έλεγα, η θάλασσα είναι και κίτρινη και πράσινη και ροζ... Δεν είναι μόνο μπλε! Τα παιδιά ακολουθούσαν τη νοητική εξίσωση θάλασσα=μπλε. Δεν ζωγράφιζαν αυτό που έβλεπαν? δεν πίστευαν τα μάτια τους. Σιγά-σιγά βέβαια, άλλαζαν...

- Με αυτή τη θάλασσα φθάσατε σε ένα πολύ μεγάλο μέγεθος πίνακα, μνημειακό...

- Το μεγάλο μέγεθος ήταν μια επιπλέον πρόκληση για μένα. Σε αυτό το μέγεθος ζωγραφίζεις με το σώμα ολόκληρο, οδηγείσαι σε μια ζωγραφική χειρονομίας... Απλωνα το χρώμα με τα δάχτυλα, με πινέλα, με σπάτουλα, αλλού έβαζα πάστα παχιά, αλλού άφηνα αραιή την ύλη. H θάλασσα δεν είναι ποτέ ακίνητη, ιδίως αυτή η φουρτουνιασμένη θάλασσα, και έπρεπε όλη η ζωγραφική μου να αποδώσει αυτήν την κίνηση...

- Με ποιους ζωγραφικούς σας κύκλους θα λέγατε ότι συγγενεύει αυτό το έργο;

- Μα, όλα συγγενεύουν! Ολα ακολουθούν μια γραμμή, βρίσκονται σε μια διαδοχή, το ένα φέρνει το άλλο... Και το καθένα εξυπηρετεί έναν σκοπό, μια διάθεση. H «Λαϊκή», λ.χ., ήταν κάπως πιο αφηγηματική, όπως έχουμε πει και παλαιότερα. Τούτη η θάλασσα, σαν διάθεση και κίνηση, είναι πιο κοντά σε μια σειρά έργων για τη Σίφνο, που είχα κάνει παλαιότερα. Τότε για να αποδώσω το αιχμηρό, απόλυτο φως των Κυκλάδων, είχα φτάσει στο άσπρο-μαύρο, και ζωγράφισα τη Σίφνο με μελάνια, με μεγάλη πινελιά, σαν χειρονομία.

Με τα ίδια του τα λόγια

«Θέλω να εκφράσω τον τόπο μου - εδώ έχω γεννηθεί, εδώ έχω μεγαλώσει, τα μάτια, το φως που χύνεται στον ελληνικό χώρο αντικρίζουν όλα αυτά τα χρόνια. Δεν ανήκω σε κανένα καλούπι, σε καμιά από τις τάσεις που πηγαινοέρχονται στη διαδρομή του χρόνου...»

Συνέντευξη στον Γ. Πηλιχό, εφ. «Τα Νέα», 1972

- Από πού αντλείτε έμπνευση;

- Από αυτό που βλέπω. Τα μάτια με τροφοδοτούν. Μια τυχαία ματιά μπορεί να μου αποκαλύψει το δρόμο για μια σειρά δουλειάς. Για να ζωγραφίσω κάτι πρέπει να το ζήσω, να μπει στο πετσί μου. H Υδρα είναι το νησί μου, λ.χ., τη Σίφνο τη ζω 30 χρόνια. Δεν μιλάω για τοπίο μόνο: H «Λαϊκή Αγορά» δούλευε μέσα μου 10-20 χρόνια και κάποτε γέννησε.

- Ανακαλύπτετε καινούργια πράγματα;

Μα βεβαίως, διαρκώς. Θα ήθελα να είχα χρόνο να βλέπω περισσότερο, να ζωγραφίζω περισσότερο. Αλλά έχω περισπασμούς: να γράψω κάτι, να δω μια έκθεση, μου τηλεφωνούν, μου ζητούν να δω μια δουλειά...

Συνέντευξη στον Ν.Γ.Ξ., «Καθημερινή», 1998

H Ελένη Βακαλό για τον Τέτση:

«Λέγεται συνήθως ότι ο Τέτσης είναι ο ζωγράφος της μεταπολεμικής γενιάς που αντιστάθηκε στην κυριαρχία του μοντέρνου και φυσικά στο απόγειό του, στην αφηρημένη τέχνη. Παρέμεινε πιστός στις παραδοσιακές αξίες της μεγάλης ζωγραφικής και στη θεματογραφική αναφορά της παράστασης. Είναι όμως έτσι; Ή αλλιώς; Πόσο και ποιες αξίες της παράδοσης μπορούν να δεχτούν την ανανέωσή τους προς σύγχρονα αιτήματα και ποια θέση σε σημασία έχει ή δεν έχει το θέμα στη χρήση του από τον Τέτση;

»Πρέπει να διαχωρίσουμε την έννοια «θέμα» από την έννοια «παράσταση» σαν μια λεπτή διαφορά που όμως μπορεί να γίνει ευδιάκριτη σε συγκεκριμένα παραδείγματα. Το θέμα είναι μια αφετηρία αλλά όχι ένας στόχος. (...) O Τέτσης κράτησε το θέμα. Αλλά το χειρίστηκε πάντα σαν αφορμή για να κάνει «ζωγραφική», καθαρή, θα προχωρούσα να πω. H όραση του Τέτση βλέπει «ζωγραφική», κατά την εκτέλεση κάνει ή χτίζει ζωγραφική, και στο αποτέλεσμα μεταδίδει ζωγραφική. Το σημαινόμενο της ζωγραφικής του δεν είναι η ιστόρηση του θέματος (η παράσταση και το νόημά της) αλλά η ίδια η ζωγραφική. Σημαίνον και σημαινόμενο ταυτίζονται. Μια τέτοια αυτοαναφορά είναι σαφώς το πιο γενικευμένο για όλες τις τέχνες στοιχείο μοντερνισμού» (Ελένη Βακαλό, 1999).

Έντυπη