ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Μάνος Κατράκης, ο άνθρωπος

Της Εφης Χατζηιωαννίδου

1928. Στο Ideal στην Ομόνοια, παίζεται το «Φλάμπουρο του '21». Μια ταινία του Κώστα Λελούδα με πρωταγωνιστή τον 19χρονο ηθοποιό Μάνο Κατράκη. Κόσμος μπαίνει και βγαίνει στην αίθουσα, διασκεδάζει και σχολιάζει την ταινία. Στο απέναντι πεζοδρόμιο, ένας νεαρός στέκεται και δεν αποφασίζει να διασχίσει το δρόμο για να φτάσει στο κισέ και να βγάλει το δικό του εισιτήριο. «Καίγεται» να δει το φιλμ, να παρακολουθήσει τη δική του ταινία. Να ακούσει από κοντά τις γνώμες των ανθρώπων. O νεαρός αυτός δεν είναι άλλος από τον Μάνο Κατράκη που θέλει να μπει αλλά δεν το τολμά τελικά γιατί... ντρέπεται.

Αυτό το συνεσταλμένο αγόρι με την αντρίκεια θωριά, την τρυφερή ψυχή και το εκρηκτικό ταμπεραμέντο θα διαγράψει μία πορεία δαιδαλώδη, γεμάτη περιπέτειες και αγωνίες, επιτυχίες και διακρίσεις, έρωτες και εμμονές. Θα αφήσει πίσω του μια συγκλονιστική θεατρική παρουσία 53 χρόνων και ένα κινηματογραφικό έργο που υπερβαίνει τις 100 ερμηνείες.

Αυτήν ακριβώς την πληθωρική προσωπικότητα ανιχνεύει το νέο βιβλίο που πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» για τον Μάνο Κατράκη με τίτλο «Μάνος Κατράκης στη ζωή, τη σκηνή και την οθόνη». Είναι μία συλλογική έρευνα που πραγματοποιήθηκε από τους θεατρολόγους Βασίλη Μαρτσάκη, Μαρία Καραγεώργου και Αικατερίνη Δεμέστιχα. Το υλικό αυτής της δουλειάς προήλθε από την επεξεργασία του αρχείου Κατράκη που εδώ και πολύ καιρό φυλάσσεται στη Δημοτική Πινακοθήκη του Πειραιά. Προσωπικά κείμενα, φωτογραφίες, σενάρια ταινιών, κοστούμια, σκηνικά, μακέτες, ένας πραγματικός θησαυρός εν ολίγοις, που έμενε χρόνια ανεκμετάλλευτος, έρχεται στην επιφάνεια μέσα από τις σελίδες του βιβλίου που ανασυνθέτει το δυναμικό κράμα ενός σπάνιου καλλιτέχνη και ενός αγωνιστή που υποστήριξε με απόλυτη συνέπεια τις πολιτικές του επιλογές, χωρίς να καμφθεί ούτε από εξορίες ούτε από κατατρεγμούς.

Η ζωή του, τα θεατρικά έργα που πρωταγωνίστησε, η δημιουργία του Ελληνικού Λαϊκού Θεάτρου, ο μακροσκελής κατάλογος των ταινιών που συμμετείχε, η δισκογραφική του δουλειά, οι διακρίσεις αλλά και οι κριτικές που απέσπασε, οι φιλίες με όλους εκείνους τους σημαντικούς ανθρώπους της εποχής του, ο έρωτας και η ζωή με τη Λίντα Αλμα και βεβαίως η ένταξή του στην Αριστερά με όλες τις «περιπέτειες» που αυτή του επεφύλαξε, είναι τα μέρη της μελέτης για τη συγγραφή της οποίας οι ερευνητές εργάστηκαν περισσότερα από τρία χρόνια.

Η «K» προδημοσιεύει αποσπάσματα από το βιβλίο, που παραχωρήθηκαν από τον διευθυντή της «Σύγχρονης Εποχής» κ. Δημήτρη Παπαλεωνίδα.

Ούτε ναυτικός

ούτε μπακ...

Ο Κατράκης γεννιέται στο Καστέλι Κισσάμου, μια μικρή κωμόπολη του Νομού Χανίων τον Αύγουστο του 1909. Είναι το μικρότερο από τα πέντε παιδιά του εμπόρου Χαράλαμπου Κατράκη και της Ειρήνης. Αρκετά νωρίς η οικογένειά του έρχεται στην Αθήνα για να αναζητήσει καλύτερη τύχη. Εκείνος τελειώνει το σχολείο χωρίς αξιοζήλευτες επιδόσεις. Το μυαλό του είναι συνέχεια στο σκασιαρχείο και βεβαίως στο ποδόσφαιρο όπου διαπρέπει ως οπισθοφύλακας (μπακ) στον «Κεραυνό».

Στα 17 του χρόνια η αγάπη που τρέφει για τη θάλασσα τον οδηγεί στη σχολή ασυρματιστών. Αμέσως μετά την αποφοίτησή του, αποκτά ναυτικό φυλλάδιο και κλείνει το πρώτο του μπάρκο με την «Τζένοβα». Τα σχέδιά του, όμως, ματαιώνονται γιατί η μητέρα του παθαίνει κάποιο ατύχημα και εκεί ακριβώς τελειώνει η ναυτική του καριέρα.

Η πρώτη ταινία

Αθλητής, γοητευτικός και ατίθασος ξεχωρίζει από τα αγόρια της γειτονιάς τόσο που ο σκηνοθέτης Κώστας Λελούδας εύκολα τον επιλέγει, το 1928, για πρωταγωνιστή του στη ταινία «Το λάβαρο του '21». Ετσι, το ελληνικό ποδόσφαιρο χάνει ένα ταλέντο την ώρα που κερδίζει τον προικισμένο νεαρό το θέατρο. Στη σκηνή ανεβαίνει με τον «Θίασο των Νέων» στο Παγκράτι, λίγα χρόνια μετά, και ο νεαρός και αυτοδίδακτος Κατράκης ενθουσιάζεται τόσο πολύ που ούτε η στρατιωτική θητεία του δεν μπορεί να τον κρατήσει μακριά από τις παραστάσεις. Λιποτάκτης, κρύβεται για επτά μήνες στη σκηνή του θεάτρου ώσπου συλλαμβάνεται και φυλακισμένος πια μαθαίνει ότι ο Φώτος Πολίτης τον έχει επιλέξει (1931) να συμμετάσχει στο νεοσύστατο τότε «Εθνικό Θέατρο». Το 1933 κάνει την πρώτη του απόπειρα να ιδρύσει το Λαϊκό Θέατρο και προσπαθεί να δώσει το δικό του καλλιτεχνικό στίγμα, ενώ παράλληλα παίζει στο Εθνικό δίπλα στους σημαντικότερους ηθοποιούς της εποχής: τον Μινωτή, την Παξινού, τον Βεάκη, τον Γλυνό, την Μανωλίδου, τον Παπαδάκη, κ.ά. Το 1936 γνωρίζεται με τον διάσημο ήδη μαέστρο Δημήτρη Μητρόπουλο και από τότε «ανθίζει» ανάμεσά τους μια μεγάλη και βαθιά φιλία που θα επηρεάσει σημαντικά τον Μάνο Κατράκη. Τον Οκτώβριο του 1940 και ενώ παίζει τον Γενάρο στον «Εμπορο της Βενετίας» του Σαίξπηρ σταματάει τις παραστάσεις για να ανταποκριθεί στο κάλεσμα της πατρίδας. Ζει συγκλονιστικές στιγμές στο μέτωπο, στην πρώτη γραμμή ενάντια στον ιταλικό στρατό. Το '41 επιστρέφει στην Αθήνα και βιώνει το δράμα της κατοχής. Ομως δεν εγκαταλείπει το θέατρο. O μισθός του δεν επαρκεί και για να επιβιώσει αναγκάζεται να πουλήσει τα προσωπικά του αντικείμενα χωρίς να λυπηθεί ούτε το αγαπημένο του κοστούμι. Στη συνέχεια πουλάει ψάρια για να ζήσει. Είναι η εποχή που ο Κατράκης στρατεύεται στο πλευρό των αριστερών δυνάμεων και το '47 συλλαμβάνεται για πρώτη φορά στο θέατρο Ρεξ αλλά με την παρέμβαση του επιχειρηματία Δημήτρη Χέλμη αφήνεται ελεύθερος. Σε δύο όμως ημέρες συλλαμβάνεται για δεύτερη φορά και καθώς αρνείται να υπογράψει δήλωση μετανοίας εξορίζεται. Σύμμαχός του σε αυτήν την επιλογή είναι η ίδια του η μάνα, η κυρά Ειρήνη. O ίδιος αφηγείται τον διάλογο με τη μάνα του:

- Τι είναι Μανόλη;

- Θες να 'ρθω στο σπίτι μάνα; Θέλεις; Θέλεις;

- Πώς θα 'ρθεις;

- E... θα υπογράψω και θα 'ρθω...

- Ιντα θα υπογράψεις;

- Δήλωση.

- Ιντα είναι η δήλωση;

- Οτι δεν είμαι αυτό που είμαι...

- Και δεν είσαι;

- Είμαι.

- Μην υπογράψεις κερατά... μην υπογράψεις...

Το '49 ο Μάνος βρίσκεται στη Μακρόνησο. Εκεί γνωρίζει τον Γιάννη Ρίτσο και ανάμεσά τους αναπτύσσεται μια βαθιά φιλία που θα κρατήσει μια ολόκληρη ζωή. Το 1950 μεταφέρεται στον Αη Στράτη και το 1952, μετά την απόρριψη αλλεπάλληλων αιτήσεων απελευθέρωσης, του δίνεται η άδεια να επιστρέψει στην Αθήνα και στην ενεργό θεατρική ζωή.

Με τη Λίντα Αλμα

Η Λίντα Αλμα μπαίνει ξαφνικά στη ζωή του και την ανατρέπει. Είναι το '54, στις παραστάσεις του έργου το «Τέλος του Ταξιδιού» που συναντιούνται για πρώτη φορά και εκείνη γοητευμένη δεν μπορεί να ξεκολλήσει από το θέατρο. Μετά την παράσταση ανεβαίνει να τον συγχαρεί και από εκεί βρίσκεται μαζί του σε ένα καφενεδάκι στην Ακρόπολη να κουβεντιάζει μέχρι τα ξημέρωμα. Τον ερωτεύεται παράφορα. Είναι η εποχή που η καριέρα της βρίσκεται στο δρόμο για την παγκόσμια καθιέρωση. Το πάθος της όμως την κρατά στην Ελλάδα και βεβαίως δεν μετανιώνει ποτέ για την επιλογή της. O ίδιος ο Κατράκης μιλάει με τα θερμότερα λόγια για εκείνη: «H Λίντα αντικατέστησε ό,τι είναι δυνατόν να υπάρξει αγαπημένο για έναν άνθρωπο. Μάνα. Πατέρα. Ερωμένη. Σύζυγο. Φιλενάδα. Θύμα. Τι να πω. Υπηρέτη. Αφέντη. Τι να πω. Δηλαδή, δεν νομίζω ότι βρίσκονται εύκολα τέτοιοι άνθρωποι. Είναι ένα πλάσμα άλλου κόσμου».

Παντρεύονται το 1979, όμως όλα τα χρόνια της κοινής τους συμβίωσης ζουν μια σχέση συντροφική, με απέραντη εκτίμηση και σεβασμό ο ένας για το έργο του άλλου. H Λίντα είναι πάντα εκεί. Σε όλες τις δυσκολίες του Μάνου. Μέχρι το τραγικό τέλος τον Σεπτέμβριο του '84.

Το 1962 -στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Σαν Φραντζίσκο- ο Μάνος Κατράκης παίρνει Βραβείο B΄ ανδρικού ρόλου για τον Κρέοντα στην «Αντιγόνη» του Γιώργου Τζαβέλα και ανταγωνίζεται ηθοποιούς όπως ο Μπαρτ Λάγκαστερ και ο Λόρενς Ολίβιε. Εκεί αιφνιδιάζει τους πάντες δηλώνοντας ότι οι κινηματογραφικοί παραγωγοί σπάνια του εμπιστεύονταν τους πρώτους ρόλους. Στο τέλος της δεκαετίας του '70 ο Κατράκης έχει ήδη παίξει σε περισσότερες από 100 ταινίες και έχει αποσπάσει το Βραβείο B΄ ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για τη «Συνοικία το Ονειρο» (1961) και το Κρατικό Βραβείο A΄ ανδρικού ρόλου για το «Ταξίδι στα Κύθηρα» του Θεόδωρου Αγγελόπουλου (1984).

Έντυπη