ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

«Φωνή και λόγος συνθέτουν τη ζωή»

Του Νίκου Βατόπουλου

O Αντόνιο Ταμπούκι αποπνέει τον αέρα ενός ταξιδεμένου Ιταλού. Δεν χρειάζεται πολύ σκέψη για να καταλάβει κανείς σε ποια πλευρά της Ιταλίας ανήκει, αφού ο ίδιος μιλάει για «χώρα σε δυσαρμονία κομμένη στα δύο». Αυτός ο «δικός μας διχασμός» (το «Il noi diviso» του φιλοσόφου Remo Bodei), έχει διάρκεια στην Ιταλία: Βορράς - Νότος, καθολικισμός - κομμουνισμός, ξενοφοβική ακροδεξιά - ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Τα σχήματα αλλάζουν, αλλά ο άτυπος διχασμός είναι υπαρκτός. «Ανησυχώ», λέει ο Ταμπούκι, αλλά, γελώντας, προσθέτει ότι είναι ένας «ψευδο-αισιόδοξος». Ξαναβρέθηκε στην Ελλάδα πριν από λίγες ημέρες, γνώριμος του τόπου και αρκετά γνωστός (κυκλοφορούν πάνω 15 βιβλία του μεταφρασμένα στα ελληνικά), για να παρουσιάσει το νέο βιβλίο του «Είναι αργά, όλο και πιο αργά».

Είναι «μυθιστόρημα σε επιστολική μορφή» και δυστυχώς δεν αποφεύγει κανείς τα εισαγωγικά όταν αναφέρεται στα «μυθιστορήματα» του Αντόνιο Ταμπούκι. «Είναι ένα μυθιστόρημα...», θα πει, για να προσθέσει, «πάντα σε εισαγωγικά»... Τα βάζουμε τα εισαγωγικά και γιατί όχι, αφού «η φόρμα είναι που μένει από τον 19ο αιώνα, το «δέρμα» που κληροδοτείται». Και ενώ το «Ρέκβιεμ» ήταν μία «παραίσθηση» και «Οι τρεις τελευταίες μέρες του Φερνάντο Πεσόα» μία «εξομολόγηση», το «Είναι αργά, όλο και πιο αργά» είναι ένα «επιστολικό μυθιστόρημα» της μίας φωνής, που ενώ υπονοεί το διάλογο, εν τούτοις αναπτύσσεται μονάχα προς μία κατεύθυνση.

Ικανοποίηση

Ο Ταμπούκι πίνει τον εσπρέσο του στο καφέ του αθηναϊκού ξενοδοχείου, νιώθει άνετα εδώ, έχει έρθει ξανά (και θα έρθει και πάλι μαζί με τη γυναίκα του για να επισκεφθούν μερικά μέρη ακόμη), φοράει τα γνωστά στρογγυλά γυαλιά του, που βάζει και βγάζει καπνίζοντας αλλά τουλάχιστον στη διάρκεια της συζήτησης άναψε μόνο ένα τσιγάρο. Τα γαλλικά του φαλτσάρουν ελάχιστα με ανεπαίσθητες ιταλικές στροφές στις καταλήξεις, χειρίζεται τον λόγο με χάρη, δείχνει πλήρης και ικανοποιημένος από την ζωή του. Ζει στη Φλωρεντία και διδάσκει συγκριτική λογοτεχνία στη Σιέννα, στην καρδιά της ιταλικής καλαισθησίας, και ίσως γι' αυτό σημειώνει πως επί Μπερλουσκόνι έχει επικρατήσει μία χυδαιότητα όχι μόνο πνευματική αλλά και αισθητική.

Ο κόσμος του Ταμπούκι, όπως με τέτοια φυσικότητα αναβλύζει από το «Είναι αργά, όλο και πιο αργά», απέχει από τον πολιτισμό της εικόνας. O Ταμπούκι ανασταίνει τον κόσμο των φωνών, τους ήχους της ψυχής, γιατί η εικόνα είναι μονάχα μια εντύπωση που σβήνει, ενώ η φωνή συνδέεται με το λόγο και μαζί συνθέτουν τη ζωή, όπως το υδρογόνο και το οξυγόνο μας δίνουν το νερό. «Δίνω στη φωνή μία ιδιαίτερη διάσταση», λέει. «Αν και έχω μία γερή μνήμη παραστάσεων, όσο μεγαλώνω η μνήμη μου αντλεί όλο και πιο πολύ από τον ήχο, τη φωνή. Οι αναμνήσεις από πρόσωπα που αγάπησα και που δεν υπάρχουν πια στηρίζονται περισσότερο στις φωνές... Είναι μία εμπειρία που πλαταίνει και ενσωματώνει ολόκληρο το δυτικό πολιτισμό, που είναι κυρίως Λόγος, αρχέγονος και μυθικός».

Η εικόνα αν και πανίσχυρη καταλαμβάνει ένα στενό χώρο στο υποσυνείδητο και η αντοχή της στο χρόνο είναι μικρότερη της ακοής και κατ' επέκτασιν του λόγου. «Αν έχουμε Ολυμπιακούς Αγώνες, η εικόνα είναι η κούρσα του 100 μέτρων και ο λόγος είναι ο Μαραθώνιος. Είναι η συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας». Για τον Ταμπούκι η μνήμη είναι κεφαλαιώδους σημασίας. Εχει εμμονές με πρόσωπα του παρελθόντος, όπως π.χ. τον Πεσσόα, εμμονές όχι απολύτως προσωποπαγείς αλλά μάλλον συμβολικές, που δημιουργούν έναν σκιώδη κόσμο παράλληλα με τον πραγματικό. Μέσα από τα κάτοπτρα της λογοτεχνίας του, ο Ταμπούκι ανακαλεί ήχους φωνών, συρσίματα βημάτων, κρωξίματα παραθύρων, φτερουγίσματα πουλιών, παφλασμούς κυμάτων και κροταλίσματα από μαχαιροπίρουνα. Ενα σύμπαν, μέσα στο οποίο τα πρόσωπα κινούνται με τη μορφή μισοσβησμένη αλλά με βάρος σώματος και πράξεων. Αυτό το ονειρικό πλέγμα, που είναι υπόστρωμα σε όλο σχεδόν το έργο του (ακόμη και όταν η αρχή είναι ένα αστυνομικό αίνιγμα) αντλεί νόημα και λειτουργία μέσα από τον αντίποδά του: τη ρεαλιστική ματιά του Ταμπούκι.

Ο υπαρξιακός χρόνος

«Υπάρχουν φορές που μπορεί να απεχθάνομαι την πραγματικότητα, αλλά η μετατόπισή μου αφορά τον υπαρξιακό χρόνο και όχι τον ιστορικό χρόνο», λέει. «Αυτό το σχίσμα συνέβη με τη γένεση του μοντερνισμού τον 19ο αιώνα». O ίδιος συνεχίζει μια μακρά γραμμή από τον Φλομπέρ, τον Φρόιντ και τον Ρεμπό για να συναντήσει τυχαία -«όπως συμβαίνουν όλα τα σημαντικά πράγματα»- τον Φερνάντο Πεσόα. «Ηταν μια μέρα του 1964, σπούδαζα Φιλοσοφία στη Σορβόννη και επέστρεφα στην Ιταλία. Καθώς περπατούσα στο Γκαρ ντε Λιόν, το μάτι μου έπεσε τυχαία σε ένα βιβλίο ποίησης ενός άγνωστού μου Πεσόα. Ηταν η πρώτη μετάφραση έξω από την Πορτογαλία, την είχε κάνει ο Pierre Hourcade, που ήταν μορφωτικός ακόλουθος στην Γαλλική Πρεσβεία στη Λισσαβώνα τη δεκαετία του '30. Στη δεκαετία του '60, η Πορτογαλία ήταν ξεχασμένη στην άκρη της Ευρώπης, δεν γνωρίζαμε τίποτε για το τι συνέβαινε εκεί. Τα ποιήματα τού Πεσόα με άγγιξαν βαθιά. Αν υπάρχει ένας τέτοιος ποιητής, είχα αναλογιστεί, τότε αξίζει τον κόπο να μάθει κανείς τη γλώσσα του. Στην Ιταλία, γράφτηκα στο Ινστιτούτο Ρωμανικών Γλωσσών και από τότε χρονολογείται η ισόβια σχέση μου με την Πορτογαλία. Εφθασα εκεί λόγω της ποίησης, έμεινα όμως για τους ανθρώπους της».

Με όλο αυτό το ευρωπαϊκό πνευματικό υπόβαθρο, ο Ταμπούκι αισθάνεται, όπως λέει, δυσάρεστα στη σύγχρονη Ιταλία, όπου γίνεται προσπάθεια να μη βγαίνουν τόσο πολύ προς τα έξω η έντονη ξενοφοβία και οι ακροδεξιές αποκλίσεις. «Δεν υπάρχει φυσικά λογοκρισία, αλλά πολύ απλά αισθάνεται κανείς ότι δεν έχει χώρο να αναπτυχθεί. Υπάρχει ένας ιός που έχει σήμερα διεισδύσει στην Ιταλία. Στην πατρίδα μου δεν έγινε ποτέ η κάθαρση των συνειδήσεων και αυτό είναι κάτι πολύ ανησυχητικό».

15 βιβλία μεταφρασμένα στην Ελλάδα

Πολυγραφότατος συγγραφέας πυκνών, όχι ιδιαίτερα εκτενών, πεζογραφημάτων ο Αντόνιο Ταμπούκι έχει μία μεγάλη παρουσία στην ελληνική εκδοτική αγορά. Περίπου 15 τίτλοι βιβλίων του έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά και μέσω του σταθερού μεταφραστή του Ανταίου Χρυσοστομίδη (ο οποίος έχει μεταφράσει τα περισσότερα βιβλία του), ο Ταμπούκι έχει αναπτύξει μία στενή σχέση με την Ελλάδα. Από το 1990 και μετά, στη δεκαετία, δηλαδή, της θεαματικής ανάπτυξης της εγχώριας εκδοτικής αγοράς, τα βιβλία του Ταμπούκι μεταφράζονται το ένα μετά το άλλο, καινούργια και παλαιότερα. Το πιο πρόσφατο έργο του, που ήταν η αφορμή μιας ακόμη επίσκεψής του στην Ελλάδα, το «Είναι αργά, όλο και πιο αργά» (μτφ. Α. Χρυσοστομίδης, εκδ. Αγρα) βρίσκεται στην κορυφή μιας μακράς λίστας τίτλων. Ας τους θυμηθούμε:

«Νυχτερινό στην Ινδία» (μτφ. Μ. Ζορμπά, εκδ. Οδυσσέας), «Η γυναίκα του Πόρτο Πιμ» (μτφ. Α. Χρυσοστομίδης, εκδ. Αγρα), «Η γραμμή του ορίζοντα» (μτφ. Α. Χρυσοστομίδης, εκδ. Αγρα), «Ο μαύρος άγγελος» (μτφ. Τ. Κονβερτίνο, εκδ. Εστία), «Ρέκβιεμ» (μτφ. D. Minniti, εκδ. Οδυσσέας), «Ετσι ισχυρίζεται ο Περέιρα» (μτφ. Α. Χρυσοστομίδης, εκδ. Ψυχογιός), «Η χαμένη κεφαλή του Νταμασένο Μοντέιρο» (μτφ. Α. Χρυσοστομίδης, εκδ. Ψυχογιός), «Η γαστρίτιδα του Πλάτωνα» (μτφ. Α. Χρυσοστομίδης, εκδ. Αγρα), «Δύο ελληνικά διηγήματα» (μτφ. Α. Χρυσοστομίδης, εκδ. Αγρα), «Ενα πουκάμισο γεμάτο λεκέδες» (μτφ.. Α. Χρυσοστομίδης, εκδ. Αγρα), «Μικρές παρεξηγήσεις άνευ σημασίας» (μτφ. Μ. Ζορμπά, εκδ. Οδυσσέας), «Οι τρεις τελευταίες μέρες του Φ. Πεσσόα» (μτφ. Α. Χρυσοστομίδης, εκδ. Αγρα), «Ονειρα Ονείρων» (μτφ. Α. Χρυσοστομίδης, εκδ. Αγρα).

Έντυπη