ΕΛΛΑΔΑ

Απειλή Γρίβα, τσεχικά όπλα, «αναλώσιμος» Μακάριος

Στις αρχές του 1972, η υπηρεσία Νότιας Ευρώπης του βρετανικού υπουργείου των Εξωτερικών εκτιμούσε πως ο στρατηγός Γρίβας που είχε επιστρέψει μυστικά στην Κύπρο, παρά τις δημόσιες δηλώσεις του, πίστευε πως η Ενωση δεν θα ήταν δυνατό να επιτευχθεί αν πρώτα δεν υπήρξε συμφωνία με τους Τούρκους που να προέβλεπε ορισμένες «εδαφικές παραχωρήσεις» προς την τουρκική πλευρά. Παράλληλα, στο Φόρεϊν Οφις επικρατούσε η άποψη ότι ενδεχόμενη πραξικοπηματική ενέργεια κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, της οποίας θα ηγείτο ο Γρίβας Διγενής θα είχε ως αποτέλεσμα τη διχοτόμηση της Κύπρου. Σημειώνουμε ότι από τα έγγραφα του βρετανικού υπουργείου των Εξωτερικών γίνεται σαφές ότι ο Γρίβας όντας στην Κύπρο -«άφαντος για τις κυπριακές αρχές»- είχε στείλει μυστικό μήνυμα στην κυβέρνηση Χιθ όπου εξηγούσε τις προθέσεις του (απόρρητη έκθεση προς τον υφυπουργό των Εξωτερικών σερ Τόμας Μπράιμλο, 27 Ιανουαρίου 1972) (FCO.9.1495).

O Κληρίδης

Στις 2 Φεβρουαρίου 1972, ο πρόεδρος της Κυπριακής Βουλής Γλαύκος Κληρίδης συναντήθηκε με τον πρώτο Γραμματέα της βρετανικής πρεσβείας στη Λευκωσία, Ντέιβιντ Μπίτι. Στη συνάντηση εκείνη ο Κληρίδης αναρωτιέται - «μέχρι ποιο βαθμό η ελληνική κυβέρνηση καθοδηγεί τον Γρίβα». O Κληρίδης συμφωνεί ότι ήταν απίθανο η επιστροφή του στρατηγού στο νησί να ήταν «εν γνώσει του πρωθυπουργού», από την άλλη μεριά εκτιμά ότι ο Γρίβας επέστρεψε μυστικά στην Κύπρο - «έχοντας την υποστήριξη ορισμένων στους κόλπους της χούντας».

Εξάλλου, στη συνομιλία του με τον Βρετανό αξιωματούχο, ο πρόεδρος της Κυπριακής Βουλής συμφωνεί ότι εφόσον συνεχίζονται οι διακοινοτικές συνομιλίες - «ο Γρίβας είναι απίθανο ότι θα αναλάβει δράση». Στην περίπτωση, όμως, που οι συνομιλίες αυτές κατέληγαν σε αδιέξοδο τότε - «ο Γρίβας θα μπορούσε να ενεργήσει» (3 Φεβρουαρίου 1972, FCΟ.9.1495).

Τον Ιούνιο του 1972, ο Βρετανός πρέσβης στην Αθήνα σερ Ρόμπιν Χούπερ σπεύδει να ειδοποιήσει το Φόρεϊν Οφις ότι ο Ευάγγελος Αβέρωφ σύμφωνα με -«έγκυρες πληροφορίες»- εκτιμούσε πως ο Γρίβας είχε έρθει σε συνεννόηση με τους οπαδούς του Γεωρκάτζη με στόχο τη δολοφονία του Αρχιεπισκόπου. «O Αβέρωφ γνωρίζει καλά τον Γρίβα και πιστεύει ότι είναι στον χαρακτήρα του να θέλει τη δολοφονία του Μακαρίου, ιδίως μετά τη διακοπή των επαφών που είχε με τον Αρχιεπίσκοπο και την πικρία που αισθάνεται έναντι του Παπαδόπουλου», γράφει ο Χούπερ. Στη συνάντησή του εκείνη με τον Βρετανό πρέσβη, ο πρώην υπουργός των Εξωτερικών της Ελλάδας θεωρούσε ότι -«για τον Γρίβα, όπως έχουν εξελιχθεί οι σχέσεις μεταξύ των κυβερνήσεων της Ελλάδας και της Τουρκίας, η δολοφονία του Μακαρίου ήταν η μόνη λύση με την οποία αυτός θα μπορούσε να πετύχει τον σκοπό της ζωής του, δηλ. την Ενωση». O Ευάγγελος Αβέρωφ υπογραμμίζει στον Χούπερ ότι ενδεχόμενη δολοφονία του Αρχιεπισκόπου θα είχε ολέθριες συνέπειες για την Κύπρο (10 Ιουνίου 1972, FCΟ.9.1495).

Στα τέλη του 1972, η βρετανική πρεσβεία στη Λευκωσία είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι - «το πλέον θετικό βήμα που θα μπορούσε να πάρει η ελληνική κυβέρνηση στο θέμα της Κύπρου θα ήταν να επιδιώξει την επάνοδο του Γρίβα στην Ελλάδα» (6 Δεκεμβρίου 1972, FCΟ.9.1494).

Τα όπλα

Στις 21 Ιανουαρίου 1972, ένα φορτίο τσεχοσλοβακικών όπλων (278 τόννοι, 10.000 κασόνια), που είχε παραγγείλει ο Μακάριος μετά την επίσκεψή του στη Μόσχα τον προηγούμενο Ιούνιο, φθάνει στην Κύπρο. H αξία τους υπολογίζεται από ένα έως δύο εκατομμύρια λίρες. Τα όπλα δεν προορίζονταν για την επίσημη Εθνική Φρουρά, αλλά για το πρόσφατα σχηματισμένο Εφεδρικό Σώμα, στο οποίο ο Μακάριος είχε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.

Το καθεστώς των συνταγματαρχών θορυβείται. Αποφασίζει να ζητήσει από τον Αρχιεπίσκοπο να παραδώσει τα όπλα στην Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο (UNFICYP) και να προχωρήσει σε ριζικό ανασχηματισμό της κυβέρνησής του. Στις 11 Φεβρουαρίου 1972 και παρά την αντίθετη γνώμη των Αμερικανών, ο υφυπουργός των Εξωτερικών της χούντας K. Παναγιωτάκος επιδίδει στον Μακάριο διπλωματική διακοίνωση του Παπαδόπουλου, την οποία ο Αρχιεπίσκοπος απορρίπτει.

«Η κατάσταση όπως εξελίσσεται έχει όλα τα συστατικά μιας κρίσεως πρώτου βαθμού», σημειώνει στον Βρετανό πρέσβη στην Ουάσιγκτον, ο Αμερικανός υφυπουργός των Εξωτερικών Τζόζεφ Σίσκο. «Αν ο Μακάριος δεν ανταποκριθεί, κάτι για το οποίο είμαστε βέβαιοι, δεν θα πρέπει να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο ότι αυτοί (οι συνταγματάρχες) θα επιδιώξουν να εξαναγκάσουν την κυπριακή κυβέρνηση να αποδεχθεί το αίτημά τους, προσφεύγοντας στη βία», εκτιμά ο Σίσκο. O Αμερικανός υφυπουργός των Εξωτερικών θεωρούσε πιθανό «κάποιο συμβιβασμό» μεταξύ της Αθήνας και της Λευκωσίας, αν ο Μακάριος παρέδιδε τα όπλα στα H.E., με αντάλλαγμα την υπόσχεση από πλευράς χούντας για ανάκληση του Γρίβα από την Κύπρο (13 Φεβρουαρίου 1972, FCO 9.1507).

Τη χρονιά εκείνη, λόγω της κρίσης που είχε σχέση με τα όπλα από την Τσεχοσλοβακία, η βρετανική πρεσβεία στη Λευκωσία θεωρούσε πολύ πιθανή την ανατροπή του Μακαρίου και το ενδεχόμενο ο Αρχιεπίσκοπος να ζητούσε πολιτικό άσυλο στη Βρετανία. «Θεωρώ ότι υπό τις παρούσες συνθήκες δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να δώσουμε άσυλο στον Αρχιεπίσκοπο και να φροντίσουμε για την ασφάλειά του και παράλληλα για την αναχώρησή του από την Κύπρο το συντομότερο δυνατό», υπογραμμίζει στο Φόρεϊν Οφις ο πρέσβης της Βρετανίας στη Λευκωσία Ρόμπερτ Εντμοντς (11 Φεβρουαρίου 1972, FCO 9.1507).

«Ιστορική ευθύνη»

Πριν επιδώσει ο Παναγιωτάκος τη διακοίνωση της Αθήνας στον Μακάριο, ο Παπαδόπουλος επισημαίνει στον Αμερικανό πρέσβη Χένρι Τάσκα - «τα δικαιώματα της ελληνικής κυβέρνησης στην Κύπρο, σύμφωνα με τις συνθήκες και τις υποχρεώσεις της έναντι του ελληνισμού». O Παπαδόπουλος εκτιμούσε ότι η κυβέρνησή του είχε «ιστορική ευθύνη και αποστολή» και ότι οι ενέργειές της δεν θα έπρεπε να θεωρηθούν ως επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αν η ελληνική κυβέρνηση δεν ενεργούσε, υπήρχε περίπτωση η Τουρκία να επεδίωκε την αποκατάσταση της ισορροπίας δυνάμεων στην Κύπρο με την αποστολή όπλων στο νησί. «H κυβέρνηση έχει ενδείξεις ότι υπάρχει κίνδυνος τα πράγματα να εξελιχθούν προς αυτήν την κατεύθυνση και έχει πληροφορίες ότι οι Τούρκοι στρατιωτικοί στο ζήτημα των όπλων από την Τσεχοσλοβακία πρόκειται να ακολουθήσουν πολύ σκληρή γραμμή», τονίζει ο Παπαδόπουλος στον Τάσκα (11 Φεβρουαρίου, 1972 FCO 9.1507).

O Μακάριος

Το 1972, το Φόρεϊν Οφις εκτιμούσε ότι το καθεστώς της 21ης Απριλίου «θα συνεχίσει να επιδιώκει έναν πρόωρο διακανονισμό του Κυπριακού». Δεν υπήρχε όμως καμία βεβαιότητα για το πώς η χούντα θα επιτύγχανε τη λύση του προβλήματος. Γράφουν οι αξιωματούχοι του βρετανικού υπουργείου των Εξωτερικών: «Αν υποθέσουμε ότι η Τουρκία θα συμφωνήσει, η ελληνική κυβέρνηση διαθέτει τα μέσα για την ανατροπή του Μακαρίου με τη βία. Από την άλλη πλευρά υπάρχουν σοβαροί περιορισμοί για την ανάληψη δράσης προς αυτήν την κατεύθυνση. Τους περιορισμούς αυτούς το καθεστώς φαίνεται ότι τους αντιλαμβάνεται. Κατά πάσα πιθανότητα, λοιπόν, για το εγγύς μέλλον τουλάχιστον, η ελληνική κυβέρνηση θα προσπαθήσει να διατηρήσει μια ανεκτή σχέση με τον Αρχιεπίσκοπο. Από την άλλη μεριά η κυβέρνηση φαίνεται να είναι έτοιμη με την πρώτη ευκαιρία να τον ξεφορτωθεί. H επανάληψη των διακοινοτικών συνομιλιών, πάνω σε διευρυμένη βάση, επέτρεψε στις κυβερνήσεις της Ελλάδος και της Κύπρου να γεφυρώσουν εν μέρει τις διαφορές τους. Οι συνομιλίες αυτές θα πρέπει να αποτελέσουν προσοδοφόρο έδαφος για τις προσπάθειες που καταβάλλει η ελληνική κυβέρνηση, ώστε ο Μακάριος να πεισθεί και να συμβιβασθεί στη διένεξη για το Σύνταγμα. Εν τούτοις αυτές οι προσπάθειες είναι απίθανο να καταλήξουν σε κάποιο αποτέλεσμα» (Απόρρητη έκθεση του Φόρεϊν Οφις για τις ελληνοβρετανικές σχέσεις μετά τη σύσκεψη της 6ης Σεπτεμβρίου. Παρών στη σύσκεψη ήταν και ο πρέσβης της Βρετανίας στην Αθήνα σερ Ρόμπιν Χούπερ - FCO.9.1527).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ