ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Βιγιάρ, ο αστός του μοντερνισμού

Financial Times

Το πλεονέκτημα κάθε μεγάλης αναδρομικής μπορεί να είναι και το μειονέκτημά της. O όγκος, ενίοτε, επισκιάζει τις λεπτότητες που, στην περίπτωση ελασσόνων ζωγράφων, είναι οι κύριες αρετές τους. Στην περίπτωση, όμως, του Εντουάρ Βιγιάρ (1868-1940) στο Γκραν Παλέ του Παρισιού, συμβαίνει το αντίθετο: η, για πρώτη φορά, τόσο μεγάλη συγκέντρωση έργων του Γάλλου ζωγράφου επιτρέπει την ανάδειξη των επιμέρους αρετών, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μεταβάλλεται ριζικά η γενική αποτίμηση της καλλιτεχνικής του συμβολής.

Διαφορετικοί δρόμοι

Βεβαίως, καθώς γράφει ο Ουίλιαμ Πάκερ στη «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς», ο Βιγιάρ είναι γοητευτικός ζωγράφος? και παραμένει. H σύγκριση, όμως, με τα έργα της Ταϊτής του Πολ Γκογκέν που, συμπτωματικά ή όχι, παρουσιάζονται επίσης στο Γκραν Παλέ, σε άλλες αίθουσες, βοηθάει τον επισκέπτη να εντοπίσει και να εκτιμήσει τα στοιχεία της προσωπικότητας του ελάσσονος, πλάι στον μείζονα.

Οι δύο ζωγράφοι συναντήθηκαν εν ζωή, έστω και σχηματικά. O Βιγιάρ ήταν μέλος των Ναμπί (προφήτης στα εβραϊκά), της ομάδας των νέων ζωγράφων -Μπονάρ, Μαγιόλ, Ντενί και Σεριζιέ- των άμεσα επηρεασμένων από τη συνένωση, στο έργο του Γκογκέν, συμβόλων και μιας συμπυκνωμένης στα ουσιαστικά, νεο-πρωτογονικής έκφρασης.

Σ' αυτό σταματούν τα κοινά τους και από εκεί ξεκινούν οι εντελώς διαφορετικοί δρόμοι τους. O Γκογκέν τράβηξε για τους τροπικούς, τα φωτεινά χρώματα, αλλά και την πίκρα, την απογοήτευση και τον θάνατο εντός δώδεκα ετών. O Βιγιάρ στη διάρκεια της μακράς ζωής του, έμεινε στο Παρίσι κι έγινε το πρότυπο του αστού ζωγράφου. Αυτό ακούγεται σαν επιτύμβιο, όμως δεν είναι. H δουλειά του, τουλάχιστον μέχρι το 1900 πλάτυνε τους ορίζοντες της ζωγραφικής, προαναγγέλλοντας τον ερχομό του μοντερνισμού στις αρχές του 20ού αιώνα. Εάν ο μοντερνισμός στη γαλλική του εκδοχή στηρίζεται στον Ματίς και στον Πικάσο, τώρα με τις εκθέσεις του Γκραν Παλέ, αναδύονται ο Γκογκέν και ο Βιγιάρ ως γεννήτορες του Φοβισμού, που με τη σειρά του, έτεξε τον γαλλικό μοντερνισμό. Οχι ότι η ποιότητα του έργου του Βιγιάρ είχε παραβλεφθεί εντελώς. O Βιγιάρ ήταν γοητευτικός ζωγράφος? για την ακρίβεια, η γοητεία του έγκειται στη θερμή οικειότητα των εσωτερικών χώρων που ζωγράφισε στο τέλος του 19ου και στην αρχή του 20ού αιώνα. Αυτή η οικειότητα, αργότερα, στη δεύτερη και τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα, έγινε μανιέρα που με τα μεγάλα πορτρέτα των αστών της εποχής, τα όχι ανέπαφα από τον συρμό και τη μόδα, έτεινε να καταπέσει στη διακοσμητικότητα. O φίλος και ομότεχνος του Μπονάρ ήταν τολμηρότερος και γι' αυτό πιο μοντέρνος. O Βιγιάρ, όμως, καθώς καταδεικνύει η έκθεση του Γκραν Παλέ, δεν ήταν μόνο γοητευτικός. H τέχνη του ιδιαίτερα στα χρόνια πριν από τον A΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν δούλευε ταυτόχρονα στη ζωγραφική, την εικονογράφηση, την τοιχογραφία και τη σκηνογραφία, έχει τη σιγουριά και τη δύναμη ενός φυσικού κληρονόμου των δωματίων και των εσωτερικών χώρων του Ντεγκά.

Αλλά και αργότερα, στα χρόνια μετά το 1920, τα αστικά πορτρέτα του, που ακόμη και τότε θεωρούνταν συμβατικά και παλαιομοδίτικα, έχουν την ενορατικότητα του μοντερνισμού. H σύγκριση με τον Μπονάρ είναι όχι μόνο αναπόφευκτη, αλλά και επιτακτική ώστε ο ένας να ξεφύγει από τη σκιά του άλλου, πιο συγκεκριμένα, ο Βιγιάρ από τη σκιά του Μπονάρ. Και οι δύο δούλευαν με την επιφάνεια ως βάση, όπου κυρίαρχο ήταν το χρώμα με τη δύναμη και τη διαύγειά του. Και οι δύο διάλεξαν τα θέματά τους από την προσωπική, σπιτική ζωή. Ενώ, όμως, στον Μπονάρ το χρώμα μοιάζει να αυτονομείται, αποκτώντας μια δική του οντότητα, ανεξάρτητη από τα απεικονιζόμενα, θολώνοντας έτσι τα όρια των μορφών και φθάνοντας στην αφαίρεση σχεδόν, ο Βιγιάρ μολονότι και αυτός κολορίστας δεν αφήνει το χρώμα να ξεφύγει από τους φυσικούς τόνους του. Οι απεικονιζόμενες μορφές του είναι απολύτως συλληπτές και κατανοητές μέσα στον χώρο. Ποιες είναι αυτές οι μορφές μέσα στον χώρο τους; Παιδιά στα πάρκα και στους δημόσιους κήπους με τις συνοδούς τους, οικογένειες τρώγοντας, δουλεύοντας, παίζοντας στο πιάνο, όπου η ατμόσφαιρα, ο χώρος και το φως, είτε άμεσα είτε έμμεσα αποδοσμένα, είναι πάντα ξεκάθαρα και διαυγή.

Μέσα από ομίχλη

Στον «περίπατο στο αμπέλι» του 1900 μια ομάδα ενηλίκων προχωρεί μπροστά, ψάχνοντας ένα μέρος για ανάπαυση, ενώ πίσω τους ακολουθεί ένα σμάρι παιδιών, προσπαθώντας να περπατήσουν μέσα από τα κλήματα. Από τον λόφο στα αριστερά, κατεβαίνει ένα ζευγάρι. Είναι μια γκρίζα μέρα φθινοπώρου, ίσως αργά το απόγευμα με τα λιγοστά, εναπομείναντα φύλλα να έχουν μια χρυσορόδινη ανταύγεια. Στο μάτι είναι ένα μίγμα από χρώματα, γκρίζα, πράσινα, ρόδινα, μοβ, που αναμεμειγμένα σχηματίζουν μια ομίχλη, μέσα από την οποία ξεπροβάλλουν οι άνθρωποι. Μυστήριο και γοητεία ταυτόχρονα, με το πρώτο να κάνει την τέχνη.

Έντυπη