ΚΟΣΜΟΣ

Ρωσία - Τσετσενία, μια ιστορία αίματος

The Economist

Από τότε που η Τσετσενία επιχείρησε να αποσχισθεί, το 1991, η Ρωσία διεξήγαγε δύο πολέμους για να πατάξει τις αυτονομιστικές της φιλοδοξίες. Το αποτέλεσμα είναι μία κατεστραμμένη γη, δεκάδες χιλιάδες νεκροί και εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Οι Ρώσοι πιστεύουν ότι οι Τσετσένοι είναι αιμοσταγείς βάρβαροι. Οι Τσετσένοι είναι πεπεισμένοι ότι οι Ρώσοι είναι ιμπεριαλιστές τύραννοι. H ιστορία δείχνει το γιατί.

Χυμένη σαν τεράστια τηγανίτα πάνω στη βόρεια πλευρά των οροσειρών του Καυκάσου, η Τσετσενία είναι ένα μόνο από τα μικροσκοπικά κράτη που κατάπιε η Ρωσία τον 18ο αιώνα, καθώς διεύρυνε τα σύνορά της προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία. O ορεσείβιος λαός αντιστάθηκε στην εισβολή και ο μεγαλύτερος ηγέτης τους, ο Ιμάμ Σαμίλ, έκανε ανταρτοπόλεμο για 25 χρόνια. Οι Τσετσένοι παρέμειναν οι λιγότερο υποταγμένοι υπήκοοι της Ρωσίας, ίσως επειδή δεν είχαν παράδοση κάθετης ιεραρχίας, αλλά ένα δίκτυο κοινοτήτων και δυναστειών. H ύπαρξη αυτών των ομαδοποιήσεων είναι κι ένας από τους λόγους που δεν εμφανίσθηκε ένας Τσετσένος ηγέτης ικανός να συσπειρώσει ολόκληρο το λαό του, μία εξέλιξη που θα μπορούσε να διευκολύνει την ειρήνευση.

Μαζική απέλαση

Ο Ιωσήφ Στάλιν το 1936 εκχώρησε στην περιοχή της Τσετσενίας - Ινγκουσετίας την αυτονομία της, όμως εντός της ρωσικής επικράτειας. Στο αποκορύφωμα του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όμως, απέλασε ολόκληρο τον πληθυσμό, μισό εκατομμύριο ανθρώπους, στην Κεντρική Ασία ως τιμωρία για τη συνεργασία με τους ναζί. O πιθανότερος λόγος είναι, σύμφωνα με τους Καρλότα Γκαλ και Τόμας ντε Βαλ, συγγραφείς του βιβλίου «Τσετσενία: ένας μικρός νικηφόρος πόλεμος», ότι αντιστάθηκαν στη σταλινική κολλεκτιβοποίηση και θα μπορούσαν έτσι να είναι οι φυσικοί ηγέτες των ορεσείβιων λαών κάθε μελλοντικής εξέγερσης. Εντός πέντε ετών, το ένα τέταρτο εξ αυτών πέθανε.

Η παλινόρθωση της δημοκρατίας της Τσετσενίας ήρθε το 1957. Το 1991 κήρυξε την ανεξαρτησία της, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης. H Ρωσία, νέο κράτος και η ίδια, ανέχθηκε αρχικά την εξέγερση. Υπό τον Τσετσένο πρόεδρο, όμως, τον Γιοκχάρ Ντουντάγιεφ, η οικονομία κατέρρευσε και το οργανωμένο έγκλημα ωρίμασε.

Το 1994 η Μόσχα υποστήριξε ένα πραξικόπημα της αντιπολίτευσης εναντίον του Ντουντάγιεφ. Οταν απέτυχε και αυτό, εισέβαλαν στην επαρχία οι ρωσικές δυνάμεις. Εφυγαν 18 μήνες αργότερα, ηττημένες με ατιμωτικό τρόπο. O προσωπάρχης των Τσετσένων, Ασλάν Μασκάντοφ, ένωσε τις ετερόκλητες ομάδες ανταρτών σε ένα νικηφόρο στρατό, όπως ο Σαμίλ πριν από αυτόν. Παρ' όλα αυτά ήταν ο πλέον μετριοπαθής και ρεαλιστής Τσετσένος ηγέτης: τελικά υπέγραψε συμφωνία ειρήνης με τη Μόσχα και όσοι Τσετσένοι δεν εγκατέλειψαν την πατρίδα τους στη διάρκεια του πολέμου τον εξέλεξαν πρόεδρο το 1997.

Δεύτερη εισβολή

Η προσπάθεια ανοικοδόμησης της δημοκρατίας, όμως, καθώς και της συσπείρωσης αντιπάλων ομάδων αποδείχθηκε ανέφικτη αποστολή. Επιπλέον, η συμφωνία ειρήνης άφηνε ανοιχτό ένα βασικό ερώτημα: την ανεξαρτησία της Τσετσενίας. Το αποτέλεσμα ήταν οι άλλοτε σύμμαχοί του πολέμαρχοι να βρεθούν στην αντιπολίτευση και να υπονομεύσουν το έργο του. Το φθινόπωρο του 1999 μία σειρά βομβιστικών επιθέσεων στη Μόσχα και αλλού, που αποδόθηκε στους Τσετσένους, έδωσε την ευκαιρία στους Ρώσους υπό το νέο πρωθυπουργό τους Βλαντιμίρ Πούτιν, να εξαπολύσουν τη δεύτερη κατά σειράν εισβολή. H αρχική επιτυχία της εκστρατείας εξασφάλισε την εκλογή του στις προεδρικές εκλογές του 2000. Μένει να διαφανεί, μέχρι ποίου βαθμού η νέα, αιματηρή επίθεση αυτοκτονίας στο μετρό της Μόσχας θα ποδηγετήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο τον προβλεπόμενο θρίαμβο του Βλαντιμίρ Πούτιν στις προεδρικές εκλογές της 14ης Μαρτίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ