ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

«Γλωσσολογικά μελετήματα», από τα γραφτά κεκοιμημένου φίλου

Του N. Δ. Τριανταφυλλοπουλου

Βασίλειος Δ. Φόρης: «Γλωσσολογικά Μελετήματα». Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ιδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 191.

O γλωσσολόγος B. Δ. Φόρης (1925-1995), που τον θυμούνται πολύ καλά όσοι διαβάζουν την «Καθημερινή» από τη δεκαετία του 1950, ανήκε σε εκείνη τη γλωσσολογική σχολή, που απαιτούσε από τους τροφίμους και θεράποντές της ως αναγκαιότατο εφόδιο τη γερή αρχαιομάθεια. O μονοτονικότατος Φόρης -που πάντως δεν παρέλειπε να σημειώνει ευκρινώς τις βαρείες, όταν, φοιτητής, έγραφε στον πίνακα «θέμα»- ήταν εγκρατής γραμματικός και το είχε καημό που δεν αξιώθηκε να μεταφράσει την περίφημη «Ελληνική Γραμματική» του E. Schwyzer. Εν τούτοις στο βιβλίο «Γλωσσολογικά Μελετήματα», που εξέδωσε το ΙΝΣ για να τιμήσει τον άνθρωπο, ο οποίος ζηλωτικά το διακόνησε πάνω από 30 χρόνια, κανένα από τα 19 δημοσιεύματα που το απαρτίζουν δεν αναφέρεται στην αρχαία ελληνική γλώσσα.

Δημοτικιστής και Κοζανίτης

«Ξεφυλλίζοντας κανείς τις σελίδες του έργου θα μπορούσε αμέσως να τον χαρακτηρίσει με δύο λέξεις: Δημοτικιστής και Κοζανίτης. Και αυτές τις δύο πλευρές της προσωπικότητάς του -και μια τρίτη, που θα αναφερθεί παρακάτω- φιλοδοξεί να σκιαγραφήσει αυτός ο τόμος». Αυτά λέγονται στον Πρόλογο, από τον κ. Γιώργο Παπαναστασίου. Πράγματι, τα πέντε από τα εφτά καθαρόαιμα γλωσσολογικά μελετήματα φανερώνουν πόση ήταν η έγνοια του Φόρη για το γλωσσολογικό ιδίωμα της γενέτειρός του Κοζάνης, ενώ από τα εννιά που συζητούν πτυχές του γλωσσικού ζητήματος ακούγεται η φωνή ενός αταλάντευτα πιστού στο όραμά του, την επίσημη καθιέρωση της Δημοτικής και την ορθή χρήση της.

Τρία επιμνημόσυνα κείμενα -για τον καθηγητή Στυλιανό Καψωμένο, τον διευθυντή της Δημ. Βιβλιοθήκης Κοζάνης Νικόλαο Δελιαλή και τον δικηγόρο Χρ. Χρηστίδη - μαρτυρούν ότι ο Φόρης ήταν ευγνώμων προς τους δασκάλους του και ήξερε να εκφράζει την ευγνωμοσύνη του σωστά.

«Κουβεντιαστό ύφος»

Ενδέχεται ορισμένοι να θεωρήσουν ανάρμοστο το κουβεντιαστό ύφος του συγγραφέα. Μπορεί κάποτε να υπερβαίνει το όριο οκειότητας, καλό όμως είναι να θυμόμαστε πώς ένας μεγάλος δάσκαλός του, ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, έγραφε επίσης κουβεντιαστά, πράγμα που καθόλου δεν εζημίωσε τα γραφτά του. Στο κάτω της γραφής, γιατί τάχα ένας Κοζανίτης γλωσσολόγος, όταν μιλάει για την ανάγκη νέας συλλογής γλωσσικού υλικού, δεν έχει το δικαίωμα να παρεισαγάγει στον λόγο του την απορία που διατύπωσε ένας συμπατριώτης του, οι Μανόλτς τ' Κώτσ' τ' Καραγκούν, αν στην Κοζάνη το «άρχισε» το λένε «αρχίντσιν» ή «χίρσινη»; Προτιμότερος ο κίνδυνος να ειπωθεί καμιά λέξη παραπάνω από μιαν απανδόκευτη γραφή.

Το εκτενέστερο μελέτημα του τόμου, ήτοι «Το αρσενικό άρθρο ι στα βόρεια ελληνικά ιδιώματα», που δεν έμεινε ασυζήτητο, το έλαβα τη χρονιά που πρωτοδημοσιεύθηκε αυτοτελώς (1956). Εκείνο τον καιρό είχα ερωτευθεί τις γραμματικές και τους γραμματικούς και με τις πλάτες του Χατζιδάκι, του Τζάρτζανου, του Ζηκίδη και πολλών άλλων, αναμιγνυόμουν -με αρκετή προπέτεια- στις γλωσσικές συζητήσεις που άναβαν συχνά πυκνά στη στήλη της «Καθημερινής» «Γράμματα προς τον Αθηναίον», όπου ο Φόρης πρωτοστατούσε. Είχα θεωρήσει την τιμητική αποστολή της μελέτης ως ένα είδος χαιρετισμού από μπαρουτοκαπνισμένο ανθυπολοχαγό της στήλης προς νεοσύλλεκτο. Είκοσι χρόνια -και παραπάνω- αργότερα, όταν εκείνος, διευθυντής πια του ΙΝΣ, είχε δει να καθιερώνεται η Δημοτική και ξόδευε αφειδώλευτα τις δυνάμεις του για την εμπέδωσή της, εγώ μεταστρεφόμουν βαθμιαία, ώσπου βρέθηκα στην απέναντι όχθη, στον τόπο της αφανισμένης ανέκκλητα καθαρεύουσας. O Φόρης, ιδιωτικά ή δημόσια, απαντούσε με ορμή και πάθος στις απόψεις μου, η φιλία όμως έμεινε αλώβητη. Αλλωστε ο καλός άνθρωπος, όπως δα και ο Τριανταφυλλίδης και ο Χρ. Χρηστίδης -μέλη του συλλόγου «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης»- όταν ακόμη δίδασκε «βλαχάκια» στην Κοζάνη, δε διανοήθηκε ποτέ να βάλει στην άκρη τα παπαδιαμαντικά κείμενα που περιείχαν τα σχολικά βιβλία.

Οι παλαιότεροι, τουλάχιστον, αναγνώστες της εφημερίδας πρέπει να διαβάσουν τα «Γλωσσολογικά Μελετήματα» μερικά από τα οποία είχαν δημοσιευτεί στην «Καθημερινή», φιλόξενο στίβο προπόνησης και αγώνων για τον Βασίλειο Δ. Φόρη και πολλούς άλλους.

Έντυπη