ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Οταν η Ιφιγένεια συνειδητοποιεί σε ποιο κόσμο θα ζούσε...

Του Βασιλη Αγγελικοπουλου

Είναι ένα έργο γεμάτο ανατροπές η «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» του Ευριπίδη, που φέτος θα το δούμε σε μια νέα και, κατά τεκμήριο, ενδιαφέρουσα εκδοχή από το καλό ΔΗΠΕΘΕ της Πάτρας. Αλλά η κύρια ανατροπή του έργου, η στιγμή που η Ιφιγένεια μεταστρέφεται και αποδέχεται τη «θυσία» της, είναι και αυτή «που δίνει το κλειδί για να κατανοήσουμε το έργο», λέει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου και σκηνοθέτης της παράστασης Θέμης Μουμουλίδης. «Γιατί είναι η στιγμή που η Ιφιγένεια συνειδητοποιεί σε ποιον κόσμο καλείται να ζήσει...».

Η παράσταση, που ανεβαίνει την ερχόμενη βδομάδα στην Πάτρα και ακολούθως θα παιχτεί σε περιοδεία ανά τη χώρα (Ηρώδειο 4 και 5 Σεπτεμβρίου), καθώς και στο εξωτερικό αργότερα, χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια να περιοριστούν όσο το δυνατόν περισσότερο τα «εξωτερικά» στοιχεία. «Θέλουμε η ένταση και η ενέργεια να βγουν αβίαστα από τον λόγο και το σώμα του ηθοποιού», λέει ο σκηνοθέτης. Κι αυτήν του την προσπάθεια τη στηρίζει σ' ένα πραγματικά αξιόλογο σύνολο ηθοποιών, όπου η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη υποδύεται την Κλυταιμνήστρα, ο Στέλιος Μάινας τον Αγαμέμνονα, η Μαρία Πρωτόπαπα την Ιφιγένεια, ο Νίκος Κουρής τον Αχιλλέα, ο Γιάννης Νταλιάνης τον Μενέλαο και τον Αγγελιαφόρο B΄ και ο Γιώργος Βελέντζας τον πρεσβύτη, ενώ η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου έχει επωμιστεί πολλαπλό ρόλο στην παράσταση, ερμηνεύοντας τον Πρόλογο, την Κορυφαία και τον Αγγελιαφόρο A΄. Σε αντιστικτικό ρόλο κορυφαίας, με πρώτο ρόλο στο τραγούδι φυσικά, μια τραγουδίστρια - η Ελένη Τσαλιγοπούλου.

Ανάμεσα στην παλιότερη «ερμηνεία», που ήθελε την Ιφιγένεια να θυσιάζεται υπέρ πατρίδος, και τις νεότερες, που τη θέλουν θύμα της εξουσίας πολεμοκαπήλων, πού κινείται η φετινή; «Δεν μπορεί σήμερα να υπάρχει μια τέτοια ερμηνεία, όταν ακόμα και η έννοια «πατρίδα» αλλάζει από δεκαετία σε δεκαετία μέσα στον 20ό αιώνα», λέει ο Θ. Μουμουλίδης. «Μέσα από το κείμενο δεν βγαίνει ότι η Ιφιγένεια θυσιάζεται για την πατρίδα. Θεωρώ καθοριστική για την ερμηνεία όχι μόνο της μεταστροφής της Ιφιγένειας, αλλά και του έργου ολόκληρου, τη σκηνή που βλέπει τον πατέρα της να μην υποκύπτει στα παρακάλια της, ενώ ο Αχιλλέας περιγράφει τον «έξω κόσμο», τον κόσμο του στρατοπέδου: του Μενέλαου και του Οδυσσέα, του Κάλχα και των ίδιων των Μυρμιδόνων ακόμη, των ανθρώπων του Αχιλλέα, που τον πήραν με τις πέτρες όταν τόλμησε να πει ότι δεν πρέπει να θυσιαστεί η κόρη. Ενας κόσμος βίας. Κι αυτή είναι η σκηνή που η Ιφιγένεια συνειδητοποιεί ποιος είναι ο κόσμος μέσα στον οποίο θα ζούσε...». Και η Κλυταιμνήστρα; «Είναι η όμορφη γυναίκα, η βασιλική και αγέρωχη, όπως καταφθάνει στο στρατόπεδο, η οποία όμως συν τω χρόνω αποδομείται, καταρρέει. Και η παράσταση μάλιστα με μια «άλλη» πια Κλυταιμνήστρα τελειώνει...». Ναι, ακούμε ότι έχουν γίνει ορισμένες μεταθέσεις κομματιών στο έργο και προσθήκες. «Θελήσαμε έναν πρόλογο, που τον πήραμε από τον πρώτο μονόλογο του Αγαμέμνονα, και έναν επίλογο με την Κλυταιμνήστρα, μεταφέροντας στο τέλος ένα δικό της μικρό μονόλογο. Προσθέσαμε επίσης στα χορικά τρία οκτάστιχα που έγραψε ο μεταφραστής του έργου K. X. Μύρης». Γιατί η Κλυταιμνήστρα στο τέλος; «H σκηνή έχει αδειάσει, η Κλυταιμνήστρα κυκλοφορεί σαν χαμένη φορώντας μόνο ένα μαύρο μισοφόρι πια, ο χρόνος μοιάζει να είναι αιώνες μετά, ακόμη και σήμερα - γιατί, θα συμφωνήσετε, η εκστρατεία στην Τροία συνεχίζεται ακόμα...».

Μαύρο και άσπρο για τα κοστούμια κι ανάλογα μινιμαλιστικό κλίμα για το σκηνικό (Γιώργος Πάτσας), τη μουσική (Γιώργος Ανδρέου), τη χορογραφία, την κίνηση γενικότερα (Μαριέλλα Νέστορα) και τους φωτισμούς (Φίλιππος Κουτσαφτής). «Μετά την περυσινή μας «Ηλέκτρα» και την πρώτη μου φορά στην Επίδαυρο ένιωσα ότι η τραγωδία σήμερα λειτουργεί καλύτερα σε μικρότερες κλίμακες. Βεβαιώθηκα ότι συχνά ξοδευόμαστε σε μεγάλες κινήσεις, ατέλειωτα πήγαιν'-έλα, τρεξίματα. H κίνηση όμως ενυπάρχει στον λόγο. Μπορεί δηλαδή ακόμη και σε ακινησία σώματος ο λόγος να κινείται ταχύτατα. Είναι θέμα ενέργειας. Οχι κίνησης. Ενιωσα την ανάγκη μεγάλης αφαίρεσης, γενικά, σε όλα τα επίπεδα. Να πετάξουμε περιττά. Να κρατήσουμε το απολύτως απαραίτητο. Και οι εντάσεις, οι κορυφώσεις, από εκεί προκύπτουν και εκτοξεύουν τη δράση και την ενέργεια της παράστασης...».

Έντυπη