ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Σώπασε ο «άνεμος» του Σαχτούρη

Ολγα Σελλα

«O άνεμος» της ποίησης του Μίλτου Σαχτούρη, που «φυσάει λουλούδια από άλλον κόσμο» από χθες σιώπησε. O Μίλτος Σαχτούρης άφησε την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 86 χρόνων, στο αναπαυτήριο όπου φιλοξενούνταν το τελευταίο διάστημα και θα κηδευτεί, με δαπάνες του υπουργείου Πολιτισμού, την Παρασκευή 1η Απριλίου, στις 4 μ.μ. από το A΄ Νεκροταφείο

«Τέρατα περπατούν/ ανάποδα στα όνειρα/ φυσάει ένας άγριος άνεμος/πάνω από τις λεμονάδες/πετάει μια νυχτερίδα/ σαν πικραμένο ευαγγέλιο»... «Φυσάει πράγματι ένας άγριος άνεμος στα ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη», έγραφε ο Π. Μπουκάλας στην «K». «Ενας άνεμος που ανατρέπει τις παραδοχές και τα σχήματα -τα εφευρήματα αυτά με τα οποία ο νους αντέχει τον κόσμο- καταλύει το δεδομένο και κρημνίζει τη λογική που ορίζει τον ποιητή στη θέση τού βλοσυρά αυτάρκους σκηνοθέτη και λογοθέτη, επιτρέποντας να υπάρξει σαν φυσικό μονάχα το αιφνίδιο και το αδόκητο, σαν εύλογο μονάχα το έκτροπο, σαν οριστικό μονάχα το εσαεί αυτοκαταστρεφόμενο και εσαεί γινόμενο».

Ο Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε στις 19 Ιουλίου του 1919 στην Αθήνα, δισέγγονος του ναυμάχου του 1821 Γιώργου Σαχτούρη. Το 1938 εκδηλώνει τις πρώτες λογοτεχνικές του ανησυχίες και δημοσιεύει με το ψευδώνυμο Μίλτος Χρυσάνθης ένα διήγημα, αφού ο πατέρας του ήθελε να σπουδάσει νομικά. Συνεχίζει (πάντα με ψευδώνυμο) να δημοσιεύει διηγήματα και το 1941 εκδίδει με δικά του χρήματα την πρώτη του ποιητική συλλογή. H μουσική των νησιών μου, για την οποία αργότερα θα δηλώσει: «Πιστεύω ότι και στο πρωτόλειό μου, την πρώτη ποιητική συλλογή που εξέδωσα φοιτητής, είκοσι ενός ετών -και έκαψα τελικά- αν παραμερίσει κανείς τις πρόδηλες επιρροές από Καβάφη και Καρυωτάκη μπορεί να βρει το ποιητικό μου στίγμα». Το 1943 γνωρίζεται με τον Νίκο Εγγονόπουλο, μια συνάντηση που στάθηκε καθοριστική για τον M. Σαχτούρη. Το 1945 εκδίδεται από τον «Ικαρο», με παρότρυνση του N. Εγγονόπουλου η συλλογή H λησμονημένη και τρία χρόνια αργότερα, το 1948, οι Παραλογαίς, σε 250 αριθμημένα αντίτυπα. Το 1952 κυκλοφορεί η συλλογή Με το πρόσωπο στον τοίχο «ένα από τα ωραιότερα βιβλία μου», όπως έλεγε στην τελευταία μεγάλη συνέντευξή του στην «K» το 2000: «Πούλησε πέντε αντίτυπα. Ετρεχα στα βιβλιοπωλεία να δώσω βιβλία και τα πιο πολλά τα επέστρεφαν». Τότε είναι που αρχίζει να συχνάζει στο «Μπραζίλιαν» της οδού Βουκουρεστίου, μαζί με τον Ελύτη, τον Σινόπουλο, τη Βακαλό, τον Παπαδίτσα, τον Καρούζο, κ. ά.

Το 1960, κι αφού έχουν προηγηθεί οι συλλογές Οταν σας μιλώ, Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο, και O περίπατος, η ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη αναγνωρίζεται ευρύτερα. H Νόρα Αναγνωστάκη δημοσιεύει την πρώτη ολοκληρωμένη κριτική προσέγγιση, με τίτλο «Οι «δύσκολοι καιροί» μέσα από την ποίηση του Σαχτούρη» στο περιοδικό «Κριτική». Δύο χρόνια αργότερα, το 1962, θα τιμηθεί με το Δεύτερο Κρατικό Βραβείο Ποίησης, για τη συλλογή Τα στίγματα. Ακολούθησαν οι συλλογές Σφραγίδα ή η Ογδοη Σελήνη (1964), Το σκεύος (1971), από τις εκδόσεις «Κείμενα», αφιερωμένο στη ζωγράφο Γιάννα Περσάκη, σύντροφο της ζωής του από τότε μέχρι το τέλος, παρότι ποτέ δεν συγκατοίκησαν. «Μια δυο φορές που κινδύνευσα να παντρευτώ, ο πατέρας των κοριτσιών έλεγε «όχι, γιατί ποιητής δεν είναι επάγγελμα» και χάλαγε ο γάμος. Είχα σκοπό ότι δε θα κάμω τίποτ' άλλο» έλεγε στην Ελένη Ζιώγα, το 1990. Και πράγματι, δεν έκανε ποτέ κανένα βιοποριστικό επάγγελμα.

«Οταν γράφετε έχετε στο μυαλό σας κάποια πρόσωπα;» τον είχαμε ρωτήσει το 2000, στο μικρό, λιτό διαμέρισμα της Κυψέλης, με τα ελάχιστα έπιπλα και τα πολλά βιβλία:

«Οι εμπνεύσεις μου έρχονται σχεδόν ουρανοκατέβατες. Πολλές φορές με αγωνία. Καμιά φορά έχω κάποιο πρόσωπο υπόψη μου ή κάποια κατάσταση. Τα περισσότερα όμως είναι ξεκρέμαστα. Εχω γράψει βέβαια μερικά ποιήματα που αναφέρονται σε πρόσωπα που αγαπώ, Ελληνες και ξένους. Οπως τον Γεράσιμο Σκλάβο, τον Νίκο Εγγονόπουλο, τον Διαμαντή Διαμαντόπουλο, έναν ζωγράφο που αδικήθηκε».

Τα τελευταία χρόνια ήταν ολιγογράφος: τα Χρωμοτραύματα (1980), Εκτοπλάσματα (1986), Καταβύθιση (1990), Εκτοτε (1996), Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια (1998). Το 2003 τιμήθηκε με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Αρνητικός στις συνεντεύξεις κάνει το μεγάλο άνοιγμα το 1992, όταν δέχεται στο σπίτι του στην Κυψέλη τον σκηνοθέτη Λευτέρη Ξανθόπουλο για τις ανάγκες του ντοκιμαντέρ «Ποιος είναι ο τρελός λαγός;». Με τον σκηνοθέτη διατήρησαν φιλικές σχέσεις μέχρι το τέλος, και είχαν την τελευταία δημοσιευμένη συνομιλία στο αφιέρωμα του περιοδικού «διαβάζω», τον Ιανουάριο του 2003: «Αυτό που εξακολουθώ να πιστεύω είναι ότι δεν βοηθάει σε τίποτα η παρουσία του ποιητού σε συμπόσια και τέτοια, το έργο του είναι αυτό που θα μιλήσει, και δεν μετείχα ποτέ σε συμπόσια και σε συνέδρια». Είναι, όπως θα σημειώσει αργότερα ο Γιάννης Δάλλας, «ένας ποιητής θεληματικά αταξίδευτος· πιο πολύ, ένας ποιητής του κλειστού χώρου».

Η ποίηση είναι αιώνια

«Ο ρόλος του ποιητή είναι ένας, και στους εύκολους και στους δύσκολους καιρούς: να είναι ο εαυτός του και να γράφει αυτό που λέει η καρδιά και το μυαλό του. Απόδειξη ότι όσοι επηρεάστηκαν πολύ από τα γεγονότα, δηλαδή όσοι πήραν θέσεις πολύ επαναστατικές, χάθηκαν. Μόνο ένας ειλικρινής έμεινε: ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Ηταν ένα σωρό αριστεροί, οι οποίοι έσβησαν όλοι. Γιατί δεν είναι περιστασιακή η ποίηση, είναι αιώνια», έλεγε στη συνέντευξή του στην «K». Τους στίχους του Μίλτου Σαχτούρη, όπως και τόσων άλλων, θα συνεχίσουμε να διαβάζουμε:

«Τον έστησαν εκεί όπου φυσάει ο πιοάγριος άνεμος

τον έταξαν στις παγωνιές

του δώσαν ένα φόρεμα μαύρο

και μια γραβάτα κόκκινη

έναν μαύρο ήλιο τρυπημένο με καρφί να στάζει

μαύρα γυαλιά...».

Έντυπη