ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Σερ και μάγκας του ελληνικού τραγουδιού

Της Γιωτας Συκκα

Ενα από τα αγαπημένα του τραγούδια ήταν το «Ενας μάγκας στο Βοτανικό». Ομως, ο ίδιος ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης ήταν ο πιο αξιοπρεπής μάγκας του ελληνικού τραγουδιού. Από κείνους τους παλιούς, περήφανους τύπους με τη λεβέντικη κορμοστασιά και το ευγενικό χαμόγελο.

Η κατάληξη ήταν αναπόφευκτη. Τρεις μήνες πάλευε σαν παλικάρι στο «Υγεία», λόγω των προβλημάτων που χρόνια ταλαιπωρούσαν την υγεία του, χθες όμως το απόγευμα δεν άντεξε. Πολυοργανική ανεπάρκεια δήλωσαν οι θεράποντες ιατροί, που γνώριζαν όπως και η οικογένειά του (η σύζυγός του, ο γιος, οι κόρες και τα εγγόνια του), εδώ και πέντε ημέρες, ότι πλησίαζε το τέλος.

Πολύ καλός μουσικός και συνθέτης (250 τραγουδιών), όμως πάνω απ' όλα σπουδαίος τραγουδιστής, ήταν ένας ολοκληρωμένος λαϊκός καλλιτέχνης, από τους πλέον αγαπητούς. Με μεγάλο φωνητικό εύρος και χαρακτηριστική χροιά, σφράγισε με την ερμηνεία του τη μεταπολεμική Ελλάδα, συμφιλιώνοντας τις δύο άκρες του τραγουδιού. H δωρική φωνή μιας Ελλάδας που, τη δεκαετία του '50, είχε να επιλέξει ανάμεσα στο παράπονο του Καζαντζίδη και και στην αυστηρά περήφανη ερμηνεία του Μπιθικώτση. Κι εκείνος, είτε τραγουδούσε τη «Φραγκοσυριανή» είτε τον «Επιτάφιο», το «Αξιον Εστί» και το δικό του «Τρελοκόριτσο», προκαλούσε την ίδια συγκίνηση με το μέταλλο της φωνής του και το γλυκό του βλέμμα.

Το 'πε ο Μπιθικώτσης...

«Η φωνή του Μπιθικώτση είναι η συνισταμένη των φωνών όλων των ανθρώπων», είχε πει το 1961 ο Μίκης Θεοδωράκης, απαντώντας σε όσους τον κατηγόρησαν ότι δεν σεβάστηκε τον Ρίτσο, δίνοντας τον «Επιτάφιο» στον λαϊκό ερμηνευτή. O «Σερ Μπιθί», όπως τον βάφτισε ο Δημήτρης Ψαθάς, ήταν παράλληλα κομψός, περιζήτητος στα πλατό του παλιού ελληνικού σινεμά και στις πίστες των νυχτερινών τότε μαγαζιών, που συνδύαζαν τον απλό κόσμο που τόσο εξέφρασε ο Μπιθικώτσης, με τη λεγόμενη καλή κοινωνία, που ανακάλυπτε τη γοητεία του λαϊκού και της φωνής του, αλλά και τους εκπροσώπους του διεθνούς τζετ - σετ, είτε ήταν ο Αλέν Ντελόν, η Σοράγια, είτε ο Ωνάσης.

«Παλιοί και νέοι όπου με δουν με αποκαλούν «αρχηγό». Δεν μου λένε»: «Γεια σου, κύριε Μπιθικώτση», αλλά «γεια σου, Αρχηγέ», έχει πει στον Πάνο Γεραμάνη, που επιμελήθηκε τη βιογραφία του. Πάντα του άρεσε αυτό, όπως και η αγάπη του κόσμου, ο σεβασμός, που έδειχνε την ώρα που μιλούσε. H σύσταση «άκου ντε» ήταν η αγαπημένη κουβέντα στις διηγήσεις του, πριν συμπληρώσει την αφοπλιστική φράση: «Το 'πε ο Μπιθικώτσης. Νόμος».

Κάπως έτσι μας αφόπλισε και μας σε μια συνέντευξη της «K» τον Δεκέμβριο του 2000. Το σπίτι της οδού Εβρου στο Χαλάνδρι δεν υπήρχε κάτοικος της περιοχής που να μην το γνώριζε. «Είμαι οικογενειάρχης εγώ», παινευόταν και δεν ξέχναγε ποτέ να προσθέσει το ρόλο της συζύγου του. H Μεταξία ήταν μέσα σε όλες τις κουβέντες κι ας είχε αποσυρθεί διακριτικά, και βέβαια η αδυναμία του, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης ο νεότερος. «Το καμάρι» μαζί με τις δύο κόρες του από τον πρώτο του γάμο. Γιατί δώσατε το όνομά σας, τον είχαμε ρωτήσει τότε. «Ηθελα, άμα φύγω από τη ζωή, να γυρίζει κάποιος στο σπίτι και να τον λένε Γρηγόρη».

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου του 1922, στην οδό Μυκηνών 5, μια φτωχογειτονιά στο Περιστέρι. «Ημουν το μικρότερο παιδί της οκταμελούς οικογένειας του Ιωάννη και της Τασίας Μπιθικώτση… Φτωχή οικογένεια. Οι γονείς μου πάλευαν για να τα βγάλουν πέρα. Να μας μεγαλώσουν σε χρόνια δύσκολα, πέτρινα. Μέσα στη θύελλα του πολέμου του 1940, τα αδέρφια μου έφυγαν για το Μέτωπο, στην Αλβανία. Εγώ άρχισα να ασχολούμαι με τη μουσική. Με συνέπαιρνε ο ήχος της κιθάρας και του μπουζουκιού. Από δέκα χρονών άκουγα τραγούδια του Μάρκου Βαμβακάρη και δεν μου έκαναν απλώς εντύπωση, αλλά προκαλούσαν έντονα σκιρτήματα στον εσωτερικό μου κόσμο. Με αναστάτωναν πραγματικά», σημειώνει στην αυτοβιογραφία του (εκδόσεις Κοχλίας).

Οι κλώνοι...

Το μπουζούκι τον είχε μαγέψει. Εβαλε λοιπόν στόχο να αποκτήσει κι αυτός ένα. «Ομως, είχα ένα πρόβλημα, τι θα πουν οι γονείς μου. Και δεν έπεσα έξω». Χάλασε ο κόσμος στο Περιστέρι εκείνη την ημέρα και ό,τι κι αν έλεγαν οι γείτονες: «O γιος σου κάνει περήφανη τη γειτονιά που κρατά αυτό το όργανο», η οικογένεια Μπιθικώτση ήταν ανένδοτη. Τελικά, το μπουζούκι φυγαδεύτηκε στο σπίτι ενός γείτονα, εκεί όπου πήγαινε κρυφά να παίζει. «Μέσα σε δυο μήνες τελειοποιήθηκα και στο μπουζούκι».

Ηθελε απ' όλους να θυμούνται ότι ήταν και δημιουργός. «Μα εγώ ξεκίνησα ως συνθέτης το '47. Κάποια μέρα πήγα στον Μηλιθόπουλο στην «Κολούμπια» τα τραγούδια μου, το «Τρελοκόριτσο» και τον «Ασωτο υιό». «Θα τα πω εγώ». «Μια μας λες ότι είσαι συνθέτης, μια θέλεις να παίξεις μπουζούκι στα τραγούδια σου, τώρα μας θέλεις να γίνει τραγουδιστής». «Θα γίνω ο καλύτερος της Ελλάδας», χτύπησα το χέρι στο τραπέζι. Είδε στα μάτια μου τη φλόγα -έβγαζα κάτι καλλιτεχνικές φωτιές- και έστειλε την ιδιαιτέρα του στο κέντρο το βράδυ να με ακούσει. Τότε τραγουδούσαμε χωρίς δίσκο, όπως οι αρχαίοι μιλούσαν σε πλατείες. Ετσι πήγαινε το καλό τραγούδι, από στόμα σε στόμα, μετά έρχονταν οι δίσκοι. Το δέντρο ήταν πάντα ο Βαμβακάρης. Υστερα ακολουθούσαν οι κλώνοι. O Τσιτσάνης ήταν ο μεγαλύτερος κλώνος. Μετά καλοί ήταν όλοι: Παπαϊωάννου, Μητσάκης, Χιώτης, Καλδάρας. Κι εγώ συνθετικός κλώνος ήμουνα, αν και μένα με πήρε το τραγούδι», είχε πει στην «K» το 2000. Για τα χρόνια των κοινωνικοπολιτικών αναταραχών σημειώνει στη βιογραφία του: «Δεν είχα παρτίδες με κανέναν. Μετά το EAM δημιουργείται και ο ΕΛΑΣ. Φυλακές, εκτελέσεις στα χωριά από τους Γερμανούς και καμένα σπίτια. Εγώ συνεχίζω τη δουλειά μου. Δεν με πειράζει κανείς. Ετσι περνάει και το '43 και μπαίνουμε στο 1944». Εκείνο τον Σεπτέμβριο «μαζεύτηκα σπίτι. O γαμπρός μου είχε ανοίξει ένα πηγάδι στο χωράφι μας, πίσω από το σπίτι. Στον πυθμένα του πηγαδιού είχε φτιάξει μια μικρή σπηλιά και μέσα εκεί κρυβόμασταν μέχρι να περάσουν τα Δεκεμβριανά».

Εξω από τη σπηλιά βγήκε με τη Συμφωνία της Βάρκιζας. «Από το 1945 μέχρι τον Ιούνιο του 1947 που πήγα φαντάρος κανείς δεν μου είπε τίποτα. Ούτε με πείραξαν». Μέσα σε 20 μέρες πήγε στη Μακρόνησο. Εκεί δημιούργησε τη λαϊκή ορχήστρα Μακρονήσου και κάθε βράδυ: «ψυχαγωγούσαμε τους αξιωματικούς στη λέσχη» (…)

Έντυπη