ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Σ. Λόρεν και M. Μαστρογιάνι επί τρία

Του Δημητρη Μπουρα

Το «Χθες, σήμερα, αύριο» («Ieri, oggi, domani») γυρίστηκε το 1963 από τον Βιτόριο Ντε Σίκα. Είναι μια σπονδυλωτή ηθογραφική κωμωδία με πρωταγωνιστές τη Σοφία Λόρεν και τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι. Κεντρικός άξονας που διατρέχει και τις τρεις αυτόνομες ιστορίες της ταινίας είναι η γυναίκα σε αρχετυπικούς ρόλους: ως μητέρα, ως κακομαθημένη σύζυγος, ως πόρνη. Ο τίτλος υπαινίσσεται τη διαχρονικότητα αυτών των στερεότυπων γύρω από τη γυναίκα, που υποσκάπτονται και παρωδούνται διακριτικά καθώς εξελίσσεται η κάθε μία από τις ιστορίες. Η Λόρεν μεταμορφώνεται και γίνεται ιδανική εικόνα για κάθε έναν από αυτούς τους ρόλους, καταδεικνύοντας το θηλυκό ως το ισχυρότερο φύλο. Ο Μαστρογιάνι ανταποκρίνεται με χαρακτηριστική άνεση είτε ως σύζυγος είτε ως υποψήφιος εραστής είτε ως πελάτης. Η ερμηνεία του είναι ο καταλύτης που καθορίζει το είδος της κωμωδίας και στις τρεις ιστορίες.

Αντελίνα

Η πρώτη, η «Αντελίνα», διαδραματίζεται στον ιταλικό Νότο σύμφωνα με το σενάριο του Εντουάρντο Ντε Φίλιπο. Η Λόρεν, χυμώδης και εκρηκτική, λάμπει μέσα στη φτώχεια της. Ταυτίζεται με την εξιδανικευμένη σύζυγο και μητέρα σύμφωνα με τα ήθη της εποχής, γίνεται μία από τις γυναίκες που δίνουν χρώμα στις πολύβουες γειτονιές της Νάπολης. Εργάζεται στις γωνιές των δρόμων, στο πεζοδρόμιο που δεν παραπέμπει σε τίποτα αρνητικό για το ήθος της, πουλώντας λαθραία τσιγάρα.

Ο Ντε Σίκα επιλέγει το ύφος της νεορεαλιστικής κωμωδίας για το πορτρέτο της όμορφης Αντελίνας. Η ιστορία αρχίζει με το ανθρώπινο πλήθος να λειτουργεί ως προστατευτική ασπίδα γύρω από τα παιδιά και τον άνεργο άνδρα της Αντελίνας, όταν ένας αστείος ανθρωπάκος, εισπράκτορας του δημοσίου, καταφθάνει φουριόζος με ένα καμιόνι για να κατασχέσει τα έπιπλα της Αντελίνας, που δεν έχει να πληρώσει (αλλά και να είχε, πάλι δεν θα πλήρωνε) ένα πρόστιμο για τα λαθραία τσιγάρα. Δεν βρίσκει τίποτα για να πάρει, γιατί τα έπιπλα έχουν μεταφερθεί σε γειτονικά σπίτια, και φεύγει αφήνοντας πίσω του την απειλή των καραμπινιέρων. Ενας νεοφερμένος δικηγόρος, που εμφανίζεται σαν κομήτης, καθησυχάζει τους πάντες ανακαλύπτοντας ελαφρυντικά στο βάρος που κουβαλάει στην κοιλιά της η Αντελίνα. Οι έγκυες τυγχάνουν ασυλίας και δεν φυλακίζονται. Η Αντελίνα, που έχει απεριόριστη σεξουαλική όρεξη και συλλαμβάνει διαρκώς παιδιά, βρίσκει λύση στο πρόβλημά της: θα είναι συνεχώς με την κοιλιά φουσκωμένη. Εύκολο να το πει, δύσκολο να το κάνει όταν οι αντοχές του άνδρα της αρχίζουν να υποχωρούν. Ο Λατίνος εραστής αποδεικνύεται ένας ανίσχυρος και δυστυχής κηφήνας απέναντι στην όμορφη και ελκυστική βασίλισσα ενός μελισσιού από παιδιά που γεμίζουν με φωνές τους δρόμους της Νάπολης.

Αννα

Η δεύτερη ιστορία τιτλοφορείται «Αννα» και βασίζεται σε μια νουβέλα του Αλμπέρτο Μοράβια. Εδώ, το σκηνικό αλλάζει. Από το φτωχό Νότο μεταφερόμαστε στον πλούσιο βιομηχανικό Βορρά, και η νεορεαλιστική κωμωδία παραχωρεί τη θέση της στη δραματική κομεντί, που κι αυτή έχει στόχο τα ήθη. Η Αννα, μια γυναίκα μόνη, κινδυνεύει να πνιγεί στον πλούτο του βιομηχάνου συζύγου της που την παραμελεί. Στο τέλος της σύντομης ιστορίας της διαπιστώνουμε πως δεν υφίσταται κίνδυνος «πνιγμού», μια και το υπαρξιακό δράμα της είναι πανάλαφρο σαν φελλός. Διασχίζει τους δρόμους του Μιλάνου με μια Ρολς Ρόις και συναντάει ένα νεαρό άνδρα, κατώτερο κοινωνικά, στον οποίο μιλάει με πάθος για την ανάγκη της να ερωτευτεί αληθινά και με απέχθεια για τη φρικτή ζωή της ανάμεσα στα πλούτη. Το δράμα της, όμως, διαρκεί όσο και η σύντομη βόλτα με το πολυτελές αμάξι στην ύπαιθρο του ιταλικού Βορρά.

Μάρα

Η τρίτη ιστορία, η «Μάρα», έχει ηρωίδα μια πόρνη πολυτελείας στη Ρώμη της ντόλτσε βίτα. Είναι μια ανάλαφρη σάτιρα ηθών που κάποιες στιγμές γίνεται σεξοκωμωδία. Η Λόρεν είναι απολαυστική στο ρόλο της μπριόζας και ανεξάρτητης Μάρας, η οποία διαλέγει τους πελάτες της. Ζει στο ρετιρέ μιας παλιάς πολυκατοικίας και γίνεται θηλυκός σατανάς για ένα νεαρό ρασοφόρο φοιτητή της θεολογίας που επισκέπτεται τη γιαγιά του στο διπλανό διαμέρισμα. Κυριεύει το μυαλό και τις αισθήσεις του και τον οδηγεί σε απόγνωση και στην απόφαση να παρατήσει το Βατικανό και να εξαφανιστεί μακριά στη Λεγεώνα των Ξένων. Η Μάρα, όμως, κάνει τάμα για να τον ξαναφέρει στα συγκαλά του. Τον τόνο σε αυτή την ιστορία τον δίνει ο Ρουσκόνι (Μαστρογιάννι), ένας Μπολονέζος πελάτης της που βρίσκεται στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού καθώς κάθε φορά που πλησιάζει η ώρα της απόλαυσης, η Μάρα τον αφήνει σύξυλο. Η σκηνή του στριπτίζ είναι η καλύτερη της ταινίας.

Ο Ντε Σίκα κέρδισε τέσσερις φορές το Οσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας στη διάρκεια της πλουσιότατης καριέρας του, μία από αυτές -η τρίτη κατά σειράν- ήταν για το «Χθες, σήμερα, αύριο».

Έντυπη