ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Γ. Ράλλης προς Εμμ. Κριαρά

Του Τασου Α. Καπλανη*

Κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις Εκδόσεις της Σχολής Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου οι «Επιστολές Γεωργίου Ράλλη προς Εμμανουήλ Κριαρά», 82 τον αριθμό, με εισαγωγικό πρόλογο, σχόλια και ευρετήρια του τελευταίου. Καθώς το 2006 συμπληρώθηκαν 30 χρόνια από την καθιέρωση της δημοτικής ως επίσημης γλώσσας του νεοελληνικού κράτους, αλλά και 100 χρόνια από τη γέννηση του Ε. Κριαρά, θα μπορούσε κανείς να πει ότι το δημοσίευμα αποκτά χαρακτήρα διπλά επετειακό.

Η συμβολή του Γ. Ράλλη στην καθιέρωση της δημοτικής και στην οριστική λύση του γλωσσικού ζητήματος στην Ελλάδα είναι γνωστή: με τον νόμο 309 του 1976 η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή (1907-1998) με υπουργό Παιδείας τον Γεώργιο Ράλλη (1918-2006) πήρε την ιστορική απόφαση της αναγνώρισης της δημοτικής στον χώρο της παιδείας και της δημόσιας διοίκησης. Το 1981-1982, η κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου (1919-1996) αποφάσισε συμπληρωματικά, πρώτον, την επέκταση της αναγνώρισης και στον χώρο της δικαιοσύνης και, δεύτερον, την καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος γραφής. Ο Κριαράς συμμετείχε σε όλες τις επιτροπές που ανέλαβαν την υλοποίηση των σημαντικών αυτών αποφάσεων. Ως πρόεδρος μάλιστα της επιτροπής για το μονοτονικό βρέθηκε συχνά στο στόχαστρο όλων των καθυστερημένων ή οψιφανών (νεο)καθαρευουσιάνων και όλων των γλωσσικά ακατατόπιστων (πολιτικών και άλλων) που αδυνατούν έως σήμερα να αντιληφθούν ότι η ελληνική πολιτεία με τις αποφάσεις της το 1976 και το 1981-82 επικύρωσε απλώς -και μάλιστα με καθυστέρηση... αιώνων!- αυτό που ο λαός είχε προ πολλού αποδεχθεί ως γλωσσική πραγματικότητα.

Ας είναι. Ο Κριαράς υπήρξε και εξακολουθεί να είναι ακαταπόνητος αγωνιστής στην υπόθεση της δημοτικής γλώσσας, που θα πει ότι δεν αφήνει τα πυρά αναπάντητα, απ' όπου κι αν προέρχονται. Και αυτή του η στάση δεν φαίνεται καθόλου να περισσεύει· αντίθετα, συμπληρώνει δικές μας ελλείψεις και παραλείψεις.

Αυτό ισχύει και για το πρόσφατο βιβλίο του: σε μια Ελλάδα που ξέχασε εντελώς τον εορτασμό των 30 χρόνων από την καθιέρωση της δημοτικής, ο Κριαράς μάς προσφέρει έναν τόμο-αφιέρωμα στο Γ. Ράλλη, τον πολιτικό εκείνο άνδρα, που «με την κορυφαία πνευματική και πολιτική του πρωτοβουλία» (σ. 8), σφράγισε οριστικά τη μοίρα του σύγχρονου ελληνισμού.

Η διδασκαλία των Αρχαίων

Ενα από τα σημαντικότερα στοιχεία που μας προσφέρουν οι επιστολές Ράλλη είναι ότι αποσαφηνίζουν τη θέση του απέναντι στη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών στο Γυμνάσιο.

Είναι γνωστό ότι με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1976 η διδασκαλία των Αρχαίων περιοριζόταν στα χρόνια του Λυκείου. Στους μαθητές του Γυμνασίου δινόταν η δυνατότητα μιας ουσιαστικότερης γνωριμίας με την αρχαιότητα και τον πολιτισμό της, μέσα από δόκιμες νεοελληνικές μεταφράσεις αρχαιοελληνικών κειμένων. Στα 1986, όμως, ο τότε υπουργός Παιδείας Αντώνης Τρίτσης (1937-1992) έθεσε ζήτημα επαναφοράς των Αρχαίων στο Γυμνάσιο, που τελικά πραγματοποιήθηκε το 1992 επί υπουργίας Γ. Σουφλιά. Εκτοτε και για χρόνια κυκλοφορούσε η εντύπωση ότι «τάχα ο Ράλλης είχε μετανοήσει που το 1976 είχε απομακρύνει» τα Αρχαία από το Γυμνάσιο (βλ. άρθρο του Κριαρά στα Νέα 21/4/2006).

Επρόκειτο, όμως, για εντύπωση εσφαλμένη, όπως αποδεικνύουν δύο επιστολές του Ράλλη με ημερομηνία 16/09/2005 και 5/10/2005 (αρ. 75 και 76, σ. 51 και 52 του βιβλίου αντίστοιχα). Και στις δύο ο Ράλλης «αποδοκιμάζει» με τρόπο σαφή και κατηγορηματικό τη διδασκαλία των Αρχαίων στο Γυμνάσιο. Παραθέτω από τη δεύτερη (σ. 52): «Διάβασα το βιβλίο «Αρχαία Ελληνική Γλώσσα» που διδάσκεται στην A΄ Γυμνασίου, το περιεχόμενο του οποίου επιβεβαιώνει πλήρως την άποψή μου, καθώς και τη δική σας, «ότι η διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών στο Γυμνάσιο θα έπρεπε να αποφευχθεί»».

Ολα τούτα έχουν τη σημασία τους, ιδίως αν θυμηθούμε ότι από το σχολικό έτος 2005-6, επί υπουργίας Μαριέττας Γιαννάκου, η διδασκαλία των Αρχαίων από το πρωτότυπο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση «αυξήθηκε» κατά μία ώρα την εβδομάδα στις τρεις τάξεις του Γυμνασίου, κατά δύο ώρες στην Α΄ Λυκείου, ενώ ξεκίνησε η διδασκαλία τους για μία ώρα και στην Γ΄ Λυκείου. Και αυτό τη στιγμή που ειδικοί, όπως ο Ε. Κριαράς (Νέα 4/11/ 2004), ο Δ. Ν. Μαρωνίτης («Βήμα» 21/11/2004), ο Γ. Γιατρομανωλάκης («Βήμα» 28/11/2004), με δημόσιες τοποθετήσεις τους ζητούσαν είτε την πλήρη κατάργηση είτε τη μετατροπή του μαθήματος σε προαιρετικό.

Η άκαιρη αύξηση των ωρών διδασκαλίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι βέβαιο ότι θα αποδειχτεί συν τω χρόνω και άχρηστη, αφού δεν αναμένεται να λύσει κανένα από τα όποια «γλωσσικά προβλήματα» των Νεοελλήνων. Αντίθετα, επιτείνει τη γλωσσική σύγχυση στους άωρους ακόμη μαθητές του Γυμνασίου, οι οποίοι τελικά φτάνουν στο σημείο να μισήσουν και τα αρχαία και τα νέα ελληνικά. Εχουν άδικο; Καθόλου. Από ένα εκπαιδευτικό σύστημα που εντείνει την παροχή παρωχημένων γνώσεων και που εξακολουθεί να πιστεύει ότι η αρχαιογνωσία εξαντλείται σε μερικές χρονικές/εγκλιτικές αντικαταστάσεις, σε κάποιες συντακτικές αναγνωρίσεις, άντε και σε λίγες αδέξιες μεταφραστικές δοκιμές, δεν θα μπορούσε να περιμένει κανείς τίποτε καλύτερο.

Το προφανές

Ράλλης και Κριαράς, όπως αποδεικνύεται και από την πρόσφατη έκδοση, υποστήριζαν το προφανές: ότι για να μιλάει και να γράφει κανείς σωστά νέα ελληνικά, χρειάζεται να διδάσκεται και να καλλιεργεί τα νέα ελληνικά, όχι τα αρχαία, χρειάζεται να ασκείται στη γλώσσα που μιλάει, τη δημοτική, και όχι σε ένα νεκρό ιδίωμα, την αττική διάλεκτο, που δεν μιλιέται βέβαια από κανέναν.

Ας ευχηθούμε η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας να διδαχθεί από το παράδειγμα του φωτισμένου ιδρυτή, αλλά και του εξίσου φωτισμένου πρώην πρωθυπουργού της δικής της παράταξης, των αείμνηστων Κ. Καραμανλή και Γ. Ράλλη, να συνειδητοποιήσει το σφάλμα της και να αλλάξει σύντομα τη σημερινή αδιέξοδη πολιτική της.

*Ο κ. Τάσος Α. Καπλάνης είναι λέκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Έντυπη