ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Η Μιμίκα Κρανάκη πέθανε ήσυχα στο Παρίσι

Ολγα Σελλα

Στην πόλη που έγινε πόλη της από το 1945, το Παρίσι, πέθανε την Τρίτη το βράδυ, σε ηλικία 88 χρόνων η συγγραφέας Μιμίκα Κρανάκη. Πέθανε ήσυχα, στον ύπνο της, η μεταφορά της σορού της στην Ελλάδα όμως θα καθυστερήσει, μέχρι να ολοκληρωθούν η ιατροδικαστική εξέταση και οι διατυπώσεις με το γαλλικό κράτος, αφού ήταν Γαλλίδα υπήκοος.

Η Μιμίκα Κρανάκη γεννήθηκε στη Λαμία το 1920 και σπούδασε Νομική και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τον Δεκέμβριο του 1945 ανέβηκε, μαζί με άλλους νέους Ελληνες επιστήμονες, στο πλοίο «Ματαρόα» και με τη βοήθεια της υποτροφίας του Γαλλικού Ινστιτούτου έφυγε για τη Γαλλία. Στο βιβλίο της ««Ματαρόα» σε δύο φωνές - Σελίδες ξενητιάς», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από το Μουσείο Μπενάκη, περιγράφει μοναδικά πώς γοητεύτηκε και πώς δυσκολεύτηκε στη νέα της πατρίδα. «Αργότερα ξενιτεύτηκα. Εδώ τώρα αρχίζει η «Υποτροφιάς», υπότιτλος «Η Παρισίων άλωσις», μέγα ηρωικό έπος που άρχισες να μου άδεις. Μούσα, θεά, Δεκέμβρη του '45. «Ξενιτεύομαι» άλλοτε λεγόταν και «μισεύω», δηλαδή γίνομαι μισός, μισός εδώ, μισός εκεί, αλλού», έγραφε αργότερα στην «Αυτογραφία» της.

Στη Γαλλία εργάστηκε στην αρχή στο CNRS και μόλις έκανε το διδακτορικό της (1967) δίδαξε για είκοσι χρόνια γερμανική φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Paris I (Nanterre). Εχει υπογράψει πολλά βιβλία που έγραφε και στα γαλλικά και στα ελληνικά: «Contre-Temps», «Διαβάζοντας τον Φρόυντ», «Τσίρκο», «Φιλέλληνες», «Αυτογραφία», «Ετερογραφία» (που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Εστία» και «Ικαρος») και πολλές μελέτες. «Κάθε βιβλίο μου είναι για μένα το πρώτο. Και ίσως γι' αυτό δεν μοιάζει με το άλλο», έγραφε στο τελευταίο της αυτοβιογραφικό κείμενο που πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες το 2003 στο περιοδικό «Διαβάζω» και σαν βιβλίο στην «Αυτογραφία». Εζησε γεμάτη ζωή, γνώρισε σπουδαίους και σημαντικούς ανθρώπους, συναναστράφηκε με τη μεταπολεμική γαλλική και την ελληνική διανόηση. Ηταν από τις τελευταίες μιας μεγάλης παρέας, που έχει ήδη φύγει, κι «αυτός ο εν ζωή θάνατος είναι, αχ, χειρότερος απ' τον άλλο».

Τον περισσότερο καιρό ζούσε στο Παρίσι, αλλά τα καλοκαίρια της τα περνούσε στο σπίτι της στην Τζια. Η αδελφή της Νίκη και ο ανιψιός της, Μενέλαος Χριστόπουλος, θα υποδεχθούν τη σορό της και θα φροντίσουν, ακολουθώντας τις επιθυμίες της, για την οριστική επιστροφή της στην Ελλάδα.

Έντυπη